Στη Θεσσαλονίκη έχουμε ένα σπάνιο ταλέντο: να μετατρέπουμε
ακόμη και την πιθανότητα λύσης σε νέα αφορμή ακινησίας.
Του Δημήτρη Δραγώγια
Το βλέπουμε ξανά με τον θόρυβο γύρω από το περιβόητο δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ. Το δημοτικό συμβούλιο απέρριψε το αίτημα, ενώ η συζήτηση έγινε πάνω σε ένα σχέδιο που ήδη προβάλλεται ως αναθεωρημένο, με περισσότερο πράσινο, μικρότερη εμπορική επιβάρυνση και στόχο να τρέξουν οι διαδικασίες μέσα στους επόμενους μήνες. Από την άλλη, οι υποστηρικτές του δημοψηφίσματος επιμένουν στη λογική της πλήρους μεταφοράς.
Μέχρι εδώ, θεμιτή διαφωνία. Από εδώ και πέρα όμως αρχίζει το καθαρά θεσσαλονικιώτικο θέατρο. Γιατί δεν συζητάμε πια μόνο για την ουσία του έργου. Συζητάμε για το δικαίωμα να συζητάμε επ’ αόριστον. Για την απόλαυση της διαρκούς εκκρεμότητας. Για εκείνη τη βαθιά ριζωμένη τοπική συνήθεια να βαφτίζεται η ακινησία “αγώνας” και η καθυστέρηση “δημοκρατική εγρήγορση”.
Την ώρα που η χώρα σέρνει πίσω της Τέμπη, παρακολουθήσεις, σκανδαλολογία, πολιτική τοξικότητα και μια διεθνή αστάθεια που κοστίζει ακριβά σε οικονομία, αγορές, τουρισμό και νεύρα, εδώ δίνουμε την εντύπωση πως το υπαρξιακό πρόβλημα της εποχής είναι αν θα στηθεί ακόμη ένας γύρος αστικού εμφυλίου με φόντο τη ΔΕΘ. Και μάλιστα με ύφος απειλητικό από ορισμένους, με κουτσαβακισμούς, προειδοποιήσεις και γνωστές κορώνες του τύπου “θα μας βρουν απέναντι”, λες και ποτέ δεν εξηγήθηκε τι ακριβώς σημαίνει αυτό, πέρα από το γνωστό: να μη γίνει τίποτα.
Ο πιο ταιριαστός παραλληλισμός είναι ο παλιός μύθος με τη σκιά του γαϊδάρου. Δύο άνθρωποι τσακώνονταν όχι για τον γάιδαρο, αλλά για τη σκιά του. Κάπως έτσι και εδώ. Δεν μαλώνουμε μόνο για τη ΔΕΘ, μαλώνουμε για την ιδιοκτησία της ηθικής υπεροχής γύρω από τη ΔΕΘ. Ποιος αγαπά περισσότερο την πόλη, ποιος είναι πιο δημοκράτης, ποιος είναι πιο πράσινος, ποιος φωνάζει δυνατότερα.
Η αλήθεια όμως είναι πιο πεζή και πιο σκληρή. Αν όσοι φωνασκούν ήθελαν πράγματι να προσφέρουν υπηρεσία στη Θεσσαλονίκη, θα πίεζαν να γίνει η ανάπλαση γρήγορα, καθαρά, με όρους, με εγγυήσεις και με πραγματικό δημόσιο όφελος. Όχι να ξαναβυθίσουν την πόλη στη γνωστή μιζέρια των θλιβερών μειοψηφιών που, στο όνομα της σωτηρίας της, φροντίζουν διαχρονικά να μη σωθεί ποτέ από τον χειρότερο εχθρό της: την ευχαρίστησή της να μην προχωρά.



