23.000 υπογραφές, μια νομική απόρριψη και η γνώριμη
θεσσαλονικιώτικη συνταγή: πολλή βεβαιότητα, λίγο ερώτημα
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Στη Θεσσαλονίκη έχουμε μια ιδιότυπη δημοκρατική παράδοση: πρώτα δημιουργούμε την ένταση, μετά ψάχνουμε το ερώτημα.
Το πρόσφατο επεισόδιο γύρω από τη ΔΕΘ είναι σχεδόν διδακτικό. Περίπου 23.000 υπογραφές συγκεντρώθηκαν για να ζητηθεί δημοψήφισμα σχετικά με την ανάπλαση του χώρου. Η νομική υπηρεσία του δήμου όμως έκρινε ότι η διαδικασία δεν πληροί τις προϋποθέσεις, οπότε το δημοψήφισμα – τουλάχιστον προς το παρόν – δεν θα γίνει.
Θεσμικά η υπόθεση τελειώνει εκεί. Πολιτικά όμως αρχίζει ακριβώς εκεί.
Γιατί το πρώτο ερώτημα που προκύπτει δεν είναι τι αποφάσισε η νομική υπηρεσία. Είναι κάτι πιο απλό: τι ακριβώς υπέγραψαν αυτοί οι 23.000 άνθρωποι;
Και εδώ αρχίζει το ενδιαφέρον.
Τις τελευταίες ημέρες κυκλοφορούν αρκετές εύσχημες απορίες – ας τις πούμε έτσι – για τη φύση αυτής της συλλογής υπογραφών. Υπογραφές χωρίς τυπική αίτηση. Υπογραφές χωρίς σαφή διαδικασία ταυτοποίησης. Υπογραφές που σε αρκετές περιπτώσεις μοιάζουν να συλλέχθηκαν περισσότερο ως έκφραση γενικής αγανάκτησης παρά ως συνειδητή στήριξη ενός συγκεκριμένου θεσμικού αιτήματος.
Η εικόνα θυμίζει λίγο εκείνη την κλασική σκηνή του ελληνικού κινηματογράφου, στο «Τζένη – Τζένη» όπου ο Σκούταρης “δουλεύει” τους ψηφοφόρους του Γκόρτζου: πολύ πάθος, λιγότερη πληροφορία και σχεδόν καθόλου ψιλά γράμματα.
Δεν ξέρουμε πόσο εκτεταμένο είναι αυτό. Ξέρουμε όμως κάτι απλό: όταν μια διαδικασία αφήνει τόσο χώρο για αμφιβολία, τότε μάλλον δεν ήταν τόσο στιβαρή όσο παρουσιάστηκε.
Και εδώ εμφανίζεται το δεύτερο – και σημαντικότερο – πρόβλημα: ακόμη κι αν οι υπογραφές ήταν απολύτως καθαρές, ποιο ακριβώς θα ήταν το ερώτημα του δημοψηφίσματος;
Γιατί όλοι μιλούν για “δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ” σαν να πρόκειται για ένα κουμπί που πατάς και εμφανίζεται η σωστή λύση.
Στην πραγματικότητα το ερώτημα θα έπρεπε να είναι κάτι σαν:
“Θέλετε η ΔΕΘ να μείνει στο κέντρο, να γίνει πιο σύγχρονη, να μικρύνει, να πρασινίσει πολύ, να μη χαθεί οικονομική δραστηριότητα, να μη μετακινηθεί τίποτα που ήδη λειτουργεί και το κέντρο να αποκτήσει έναν μεγάλο πνεύμονα πρασίνου;”
Η απάντηση φυσικά θα ήταν “ναι”. Όχι γιατί πρόκειται για δίλημμα, αλλά γιατί μοιάζει με wish list πόλης: πάρκο, ανάπτυξη, ησυχία, οικονομία, σαν εκείνες τις λίστες που γράφουμε κάθε Πρωτοχρονιά: υγεία, επιτυχία, λιγότερο άγχος, περισσότερα χρήματα. Κανείς δεν διαφωνεί. Και κανείς δεν ξέρει πώς ακριβώς θα γίνει.
Ας πάμε στην ουσία. Η ΔΕΘ δεν είναι απλώς μερικά κτίρια στο κέντρο της πόλης. Είναι ένας από τους τελευταίους μηχανισμούς που κρατούν το κέντρο οικονομικά ζωντανό. Εκθέσεις, συνέδρια, επισκέπτες, ξενοδοχεία, εστίαση, εμπορική κίνηση. Όλα αυτά συνδέονται με τη φυσική παρουσία της.
Αν μεταφερθεί αλλού – και ειδικά προς τα δυτικά – θα μετακινηθεί και ένα κομμάτι της οικονομικής ζωής της πόλης. Και το κέντρο της Θεσσαλονίκης, που ήδη παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στον τουρισμό και στην καθημερινή αγορά, δεν έχει την πολυτέλεια να χάσει έναν από τους βασικούς του πυρήνες.
Από την άλλη πλευρά, το αίτημα για περισσότερο πράσινο είναι απολύτως δικαιολογημένο. Η Θεσσαλονίκη δεν φημίζεται για τα πάρκα της, το αντίθετο μάλλον.
Το πρόβλημα πρασίνου της πόλης δεν θα λυθεί με ένα δημοψήφισμα για τη ΔΕΘ.
Θα λυθεί – αν λυθεί ποτέ – με συνολικό σχέδιο, μικρά και μεγάλα πάρκα, επανακτήσεις δημόσιου χώρου και λιγότερη λατρεία προς το αυτοκίνητο.
Η πιο ρεαλιστική λύση είναι η πιο δύσκολη: η ΔΕΘ να παραμείνει στο κέντρο, αλλά να αλλάξει πραγματικά μορφή.
Λιγότερος δομημένος όγκος. Περισσότερο πράσινο. Ένας δημόσιος χώρος που θα λειτουργεί πραγματικά ως πάρκο και όχι ως μακέτα.
Γιατί τελικώς, το πραγματικό πρόβλημα της Θεσσαλονίκης δεν είναι η ΔΕΘ αλλά κάτι βαθύτερο.
Η πόλη έχει εθιστεί στην ιδέα ότι μπορεί να τα έχει όλα: και ανάπτυξη και ησυχία, και πάρκο και έκθεση, και αλλαγή χωρίς κόστος.
Μόνο που οι πόλεις – σε αντίθεση με τις ευχές – λειτουργούν με επιλογές.
Και οι επιλογές έχουν πάντα ένα μικρό, ενοχλητικό τίμημα.





