Σε μια εποχή που η καλοσύνη συχνά διαφημίζεται, δύο γυναίκες
της Θεσσαλονίκης επιμένουν να την ασκούν αθόρυβα
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Σε μια πόλη που συχνά κουβαλάει περισσότερη γκρίνια απ’ όση της αναλογεί, υπάρχουν ακόμη κάποιοι άνθρωποι που λειτουργούν σαν ήσυχη διάψευση της μιζέριας. Χωρίς ντουντούκες, χωρίς δημόσιες σχέσεις, χωρίς τη γνωστή εκείνη επιθυμία να μετατραπεί κάθε καλή πράξη σε κοινωνικό νόμισμα. Η κυρία Ιουλία και η κυρία Βασιλική είναι δύο τέτοιοι άνθρωποι.
Δύο αδελφές της Θεσσαλονίκης που δεν χρειάστηκαν ποτέ μικρόφωνο για να αποδείξουν το αποτύπωμά τους. Το έχουν αφήσει αλλού: σε πράξεις, σε ήθος, σε προσφορά αληθινή. Από εκείνες που δεν αναρτώνται, δεν διαφημίζονται, δεν φορούν τον εαυτό τους σαν μετάλλιο. Βοηθούν κόσμο, στέκονται δίπλα σε ανθρώπους, έχουν προσφέρει ακόμη και ακίνητο σε οργανισμό φιλανθρωπικού σκοπού και το κάνουν με έναν τρόπο σχεδόν παλαιϊκό. Με σεμνότητα. Με φυσικότητα. Σαν να πρόκειται απλώς για το αυτονόητο.
Και ίσως αυτό είναι που συγκινεί περισσότερο. Όχι μόνο το τι προσφέρουν, αλλά το πώς το προσφέρουν. Χωρίς θόρυβο. Χωρίς εκείνο το ελαφρώς κουραστικό ύφος ηθικής ανωτερότητας που συχνά συνοδεύει τους «ευαίσθητους» της δημόσιας ζωής. Οι δύο αυτές γυναίκες δεν κάνουν επίδειξη καλοσύνης. Απλώς την ασκούν.
Η κυρία Ιουλία, πρώην νομικός, είναι από εκείνες τις φυσιογνωμίες που σε κάνουν να πιστεύεις ακόμη στην έννοια της αστικής καλλιέργειας. Κι όχι ως διακόσμηση, αλλά ως εσωτερική στάση. Ασχολείται με τη χαρακτική, φτιάχνει υπέροχα χειροποίητα κοσμήματα, γράφει ποιήματα, ετοιμάζει συλλογές και αντί να τις μετατρέπει σε προσωπική προβολή, τις χαρίζει σε φίλους. Σαν να πιστεύει ότι η τέχνη οφείλει πρώτα να είναι χειρονομία, κι έπειτα δημόσια δήλωση. Υπάρχει σ’ αυτήν μια λεπτότητα που δεν είναι αδυναμία αλλά δύναμη εσωτερική, μια ευγένεια που δεν έχει τίποτε το επιτηδευμένο.
Η κυρία Βασιλική είναι το πρακτικό μυαλό του διδύμου. Εκείνη που φροντίζει τα οικονομικά, που οργανώνει, που κρατάει τις ισορροπίες, που μετατρέπει την καλή πρόθεση σε δομημένη πράξη. Κι αυτό μόνο μικρό πράγμα δεν είναι. Γιατί η προσφορά δεν χρειάζεται μόνο καρδιά· χρειάζεται και καθαρό μυαλό, συνέπεια, αίσθηση μέτρου. Η καλοσύνη, όταν δεν ξέρει να οργανωθεί, μένει συχνά ευχή. Με ανθρώπους σαν την κυρία Βασιλική, γίνεται πράξη με διάρκεια.
Το πιο σπουδαίο όμως δεν είναι ούτε οι επιμέρους ιδιότητές τους ούτε τα χαρίσματά τους. Είναι ο τρόπος με τον οποίο στάθηκαν απέναντι στη ζωή. Γιατί δεν πρόκειται για ανθρώπους που όλα τους ήρθαν βολικά και στρωμένα. Κάθε άλλο. Πέρασαν από άχαρες εποχές, από δοκιμασίες, από εκείνες τις περιόδους που εύκολα μπορούν να σε κάνουν πικρό, δύσπιστο, κλειστό. Κι όμως, δεν έγιναν μεμψίμοιρες. Δεν υιοθέτησαν το παράπονο ως ταυτότητα. Δεν φόρεσαν τις δυσκολίες τους σαν μόνιμη στολή.
Αντίθετα, έμειναν χαμογελαστές. Με χιούμορ. Με αυτοσαρκασμό. Με μια σπάνια ικανότητα να μη δραματοποιούν τον εαυτό τους. Κι αυτό στις μέρες μας είναι σχεδόν επαναστατικό. Ειδικά σε μια εποχή όπου η τοξικότητα έχει γίνει δεύτερη φύση πολλών ανθρώπων και η μιζέρια συχνά κυκλοφορεί μεταμφιεσμένη σε ειλικρίνεια.
Γι’ αυτό και η περίπτωση της κυρίας Ιουλίας και της κυρίας Βασιλικής έχει αξία παραδείγματος. Κι όχι επειδή είναι «ιδανικές», ούτε επειδή χρειάζονται αγιογραφία. Αλλά επειδή ενσαρκώνουν κάτι που λείπει όλο και περισσότερο από τον δημόσιο και ιδιωτικό μας βίο: τη γενναιοδωρία χωρίς έπαρση, την αντοχή χωρίς πίκρα, την προσφορά χωρίς σκηνοθεσία.
Η Θεσσαλονίκη έχει ανάγκη από τέτοιες παρουσίες. Από ανθρώπους που δεν προσθέτουν θόρυβο, αλλά νόημα. Που δεν καταναλώνουν την πόλη με παράπονο, αλλά της επιστρέφουν κάτι από την ψυχή τους. Η κυρία Ιουλία και η κυρία Βασιλική ανήκουν σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Και ίσως αυτό να είναι το πιο σπουδαίο που μπορεί να πει κανείς για δύο ανθρώπους: ότι κάνουν τον κόσμο γύρω τους λίγο πιο ανθρώπινο, χωρίς να ζητούν ούτε στιγμή να τους το αναγνωρίσει.




