Ο ηθοποιός Αλέξανδρος Μιχαηλίδης μας μιλάει για το πως η σάτιρα και ο αυτοσαρκασμός πρέπει να συνυπάρχουν σε ένα θεατρικό έργο, καθώς και για την παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί.
Εμπνευσμένο από το εμβληματικό έργο «Εμιγκρέδες» του Σλάβομιρ Μρόζεκ, οι «ΥΠΟλογοι» έρχονται για 2 τελευταίες παραστάσεις στις 12 & 13 Απριλίου στο Studio 29A.
Πόσο βοηθάει το γέλιο στη ζωή μας μέσα από μια θεατρική παράσταση
Πιστεύω πως το γέλιο μέσα από το θέατρο είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλή
διασκέδαση. Είναι ένας τρόπος να ξεφύγεις – έστω και για λίγο – από ό,τι σε βαραίνει, αλλά
και να δεις τη ζωή σου αλλιώς. Μέσα από το χιούμορ μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα
προβλήματά μας, να τα αποδεχτούμε και, το πιο σημαντικό, να καταλάβουμε πως δεν
είμαστε μόνοι. Ακόμα κι όταν δεν υπάρχει λύση στο τώρα, το να μπορείς να γελάσεις με
κάτι σε βοηθά να το πάρεις πιο ελαφριά. Εμένα αυτός είναι ο στόχος μου κάθε φορά που
ανεβαίνω στη σκηνή – να φεύγει ο θεατής νιώθοντας πιο ανάλαφρος και λίγο πιο δυνατός.

Μπορούν ο αυτοσαρκασμός και η σάτιρα να συνυπάρξουν σε μια παράσταση;
Ναι, και όχι απλώς μπορούν – πρέπει να συνυπάρχουν! Ο αυτοσαρκασμός είναι σαν να λες
“έχω κι εγώ τα θέματά μου, μην νομίζεις” και αυτό αμέσως δημιουργεί μια σύνδεση με τον
θεατή. Η σάτιρα από την άλλη κοιτάει λίγο πιο έξω, σχολιάζει καταστάσεις, πρόσωπα,
κοινωνικά θέματα. Όταν συνδυάζονται, δημιουργείται κάτι πολύ δυνατό: και γελάς, και
σκέφτεσαι, και νιώθεις ότι υπάρχει χώρος να δεις και τον εαυτό σου μέσα σ’ όλα αυτά.
Εμένα μου αρέσει να τα χρησιμοποιώ και τα δύο, γιατί πιστεύω ότι έτσι χτίζεται μια σχέση
αλήθειας με το κοινό. Σαν να λέμε, “ας γελάσουμε μαζί με τα δικά μου και τα δικά σου” –
αυτό για μένα είναι το πιο ουσιαστικό.
Τι διαφορά έχει μια μαύρη κωμωδία από μια συμβατική κωμωδία;
Η βασική διαφορά είναι στο πού ρίχνουν φως – η συμβατική κωμωδία πατάει στην
καθημερινότητα, στις σχέσεις, στις παρεξηγήσεις, και σε κάνει να γελάς με καταστάσεις που
λίγο-πολύ όλοι έχουμε ζήσει. Η μαύρη κωμωδία όμως… πάει αλλού. Μιλάει για πιο
δύσκολα, πιο σκοτεινά θέματα – όπως ο θάνατος, η μοναξιά, η κοινωνική αδικία – αλλά με
τέτοιο τρόπο που σε κάνει να γελάς, ενώ ταυτόχρονα κάτι μέσα σου σου λέει “περίμενε,
αυτό που άκουσα είναι και λίγο πικρό”. Το γέλιο εκεί δεν είναι απλώς για να περάσεις καλά
– είναι και για να προβληματιστείς. Προσωπικά, μ’ αρέσει πολύ αυτό το είδος, γιατί το
γέλιο που βγαίνει από κάτι τόσο αληθινό, έχει άλλη δύναμη.

Πώς προέκυψε ο τίτλος «Υπόλογοι»;
Όταν ψάχναμε για τίτλο, μου είχε κολλήσει η λέξη «υπό». Γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι
κάπως “από κάτω” – ζουν σε ένα υπόγειο, βρίσκονται σε δύσκολες συνθήκες, και ακόμα κι
οι ίδιοι βλέπουν τον εαυτό τους ως κάτι λιγότερο. Αυτό το «υπό» είχε μια δύναμη. Και
κάπως εκεί, με τη σκηνοθέτρια, γεννήθηκε το «Υπόλογοι». Γιατί τελικά αυτοί οι άνθρωποι
δεν είναι μόνο “υπό”, είναι και υπόλογοι – απέναντι στους άλλους, αλλά κυρίως απέναντι
στον ίδιο τους τον εαυτό. Και αυτό το κάνει, νομίζω, απόλυτα ταιριαστό.



