Μια πόλη που λάμπει στα stories, αλλά δυσκολεύεται στη ζωή και όμως, συνεχίζει
να χαμογελάει, να δημιουργεί και να επιμένει με το πιο γενναιόδωρο vibe της Ελλάδας.
Αν κοιτάξεις τη Θεσσαλονίκη από ψηλά, ειδικά από drone (η πόλη έχει γίνει εξαιρετική στο να ποζάρει σε drones), θα νομίσεις ότι βλέπεις ένα μικρό Βερολίνο με θάλασσα και τσουρέκι. Μια πόλη που ζει με τα φώτα της, που αγαπά τις σκηνέςτης, που έχει αποφασίσει πως αν δεν υπάρχουν ευκαιρίες, τουλάχιστον θα υπάρξουν vibes.
Και πράγματι, στη Θεσσαλονίκη τα vibes δουλεύουν υπερωρίες.
Φεστιβάλ Κινηματογράφου, Δημήτρια, υπαίθριες συναυλίες που γεμίζουν το Instagram με ηλιοβασιλέματα
και κονσέρτα που βάζουν στο Google Maps καινούργια σημεία συνάντησης. Η πόλη είναι γεμάτη από ανθρώπους με tote bags, από φοιτητές που κουβαλούν περισσότερα όνειρα απ’ όσα χωρούν στα budgets της ζωής τους και από δημιουργούς που μοιάζουν έτοιμοι να ξεκινήσουν το δικό τους lifestyle brand ανά πάσα στιγμή.
Αν όμως πέσεις από το drone και προσγειωθείς στο έδαφος, τα πράγματα είναι λίγο… λιγότερο instagrammable.
Γιατί δίπλα στον ενθουσιασμό και τις φωτεινές αναρτήσεις υπάρχει μια πόλη που παλεύει με πολύ καθημερινά, πολύ επίγεια, πολύ… ελληνικά προβλήματα. Μισθοί που θυμίζουν εποχή φοιτητικής ζωής, ακόμα κι όταν έχεις κλείσει τα 35. Εταιρείες που αναζητούν «νέους με εμπειρία 10 ετών» και δίνουν αντάλλαγμα ένα «δυναμικό περιβάλλον εργασίας». Και περιοχές που αναπτύσσονται μόνο
σε αριθμό καφέ αλλά όχι σε ευκαιρίες.
Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη βαθιά νεανική· τόσο νεανική που μοιάζει να μην αντέχει να μεγαλώσει. Κάτι
σαν εκείνους τους φίλους σου που στα 29 τους ακόμα συστήνονται ως «παιδιά». Οι φοιτητές γεμίζουν την πόλη, οι 30άρηδες τη γεμίζουν… αναχωρήσεις.
Και εκεί που η πόλη λάμπει στα φεστιβάλ, σκοτεινιάζει στα βιογραφικά. Στο λιμάνι ανεβαίνουν story. Στις δυτικές συνοικίες ανεβαίνουν… λογαριασμοί. Ένα κομμάτι της πόλης ζει στη γιορτή. Ένα άλλο, στη σιωπή.
Το ωραίο στην υπόθεση, είναι, πως η Θεσσαλονίκη δεν είναι καν θυμωμένη γι’ αυτό. Δε φωνάζει. Δε βρίζει. Δε βγάζει καν ανακοίνωση. Κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: συνεχίζει να χαμογελάει. Συνεχίζει να οργανώνει άλλο ένα festival, άλλο ένα market, άλλο ένα event που θα γράψει «sold out» για να ξεχάσει όλα εκείνα που γράφουν «out of stock» στην καθημερινότητα.
Και όμως, μέσα σε αυτήν τη γλυκόπικρη αντίφαση, υπάρχει κάτι σχεδόν ηρωικό.
Μια πόλη που, παρά την κόπωση, επιμένει να είναι ζωντανή. Που έχει πολιτισμό όχι επειδή της περισσεύουν χρήματα ή ευκαιρίες, αλλά επειδή, πολύ απλά, δεν αντέχει να μην έχει. Που ανοίγει θέατρα και συναυλιακούς χώρους, ακόμα κι όταν δυσκολεύεται να ανοίξει το πορτοφόλι της.
Και κάπου εκεί κρύβεται και η αλήθεια της: η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο η πόλη των φοιτητών, των ανέργων και των φεστιβάλ. Είναι η πόλη των ανθρώπων που, παρά τα προβλήματα, συνεχίζουν να δημιουργούν. Να προσπαθούν. Να ονειρεύονται. Και τελικά -με τον τρόπο της – να
ανθίζουν.
Γιατί αυτή είναι η Θεσσαλονίκη. Μια πόλη που ίσως δεν έχει πάντα τις λύσεις, αλλά έχει πάντα ψυχή. Μια
πόλη που μπορεί να μη σε κρατάει οικονομικά, αλλά σε κρατάει ανθρώπινα. Μια πόλη που δεν χρειάζεται drone για να φανεί όμορφη — αρκεί ένα βλέμμα που ξέρει να αναγνωρίζει την αξία του φιλότιμου, της ζωντάνιας και της συλλογικής της καρδιάς.
Κι αν ποτέ τα φεστιβάλ μειωθούν και τα φώτα χαμηλώσουν, ένα πράγμα θα μείνει όρθιο: η ίδια η πόλη. Με τους ανθρώπους της. Με την αντοχή της.
Και με εκείνη τη χαρακτηριστική θεσσαλονικιώτικη αισιοδοξία που – ό,τι κι αν γίνει – καταφέρνει πάντα να νικά.




