Θυμάστε που στα χρόνια της κρίσης παρουσίαζαν τους Έλληνες ως τους «ανέμελους» και «τεμπέληδες» της Ευρώπης; Ίσως κάποιοι να το πιστεύουν ακόμη εάν μένουν «κολλημένοι» σε κάποιες αναρτήσεις ή stories με ακριβά ρούχα, gourme εστιατόρια ή πολυτελή ξενοδοχεία. Ωστόσο, εάν δεις τη μεγάλη εικόνα η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική.
Της Αναστασίας Καρυπίδου
Για να τα βγάλουν πέρα οι περισσότεροι Έλληνες, με όλα τα προβλήματα και τις ανατιμήσεις των προϊόντων στο κεφάλι τους, αναγκάζονται να «χτυπάνε» 40ωρα δηλωμένης εργασίας και κάποιοι να κάνουν πρόσθετα μεροκάματα για να περισσέψει το κατιτίς στο πορτοφόλι μέχρι να βγει ο μήνας.
Με τους νέους ανθρώπους να τρέχουν κυριολεκτικά σε «σαφάρι» αναζητώντας δουλειά, ξέροντας ωστόσο από την αρχή πως ο βασικός μισθός δεν θα τους επιτρέψει να πραγματοποιήσουν ούτε τα μισά απ’ όσα ονειρεύονται.
Γιατί τα θυμήθηκα, ξανά, όλα αυτά; Γιατί με την ακρίβεια και τις οικονομικές δυσκολίες ολοένα και περισσότεροι συμπολίτες μας οδηγούνται στην αναζήτηση δεύτερης εργασίας. Και εδώ «γεννάται» ένα κρίσιμο ερώτημα: Δουλεύουμε για να ζούμε ή τελικά ζούμε για να δουλεύουμε;
Προς την δεύτερη πτυχή του ερωτήματος οδεύει η κοινωνία μας, που για να πληρώσει υποχρεώσεις, νοίκι ή δάνειο, λογαριασμούς και φροντιστήρια εργάζεται όσο αντέχει. Και όταν επιστρέφουμε στο σπίτι μπορεί να μην έχει απομείνει ρανίδα κουράγιου για να συζητήσουμε με τον/την σύντροφό ή να είμαστε υποστηρικτικοί με τα παιδιά μας. Γιατί ξέρουμε πως και η επόμενη μέρα θα είναι ζόρικη.
Επομένως, ας μην αναρωτιόμαστε, σε κάθε σοκαριστική είδηση με εφήβους και νεαρούς, «Πού ήταν οι γονείς του; Δεν τα έβλεπαν όλα αυτά;». Ας σκεφτούμε πόσο διαφορετικά θα ήταν να κάναμε μία δουλειά για την οποία να αμειβόμασταν τόσο που θα μας έδινε τη δυνατότητα να ζούμε. Γιατί ένας καφές και μία μπύρα, μια εκδρομή ή μια βραδιά σε ένα εστιατόριο δεν είναι πολυτέλεια. Είναι η ψυχοθεραπεία για να γεμίσουμε δύναμη και να είμαστε πιο αποδοτικοί τόσο προς την οικογένειά μας όσο και στο επάγγελμα που έχουμε επιλέξει.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA



