13:20, Δευτέρα
26 Σεπτεμβρίου 2022

Η αποδημία των ελληνικών επιχειρήσεων στα Βαλκάνια

 
panagiotis_kokkoris_ekloges2015
του Παναγιώτη Κοκκόρη*
Η πολυεπίπεδη κρίση που βιώνει η χώρα τα τελευταία χρόνια είχε ως αποτέλεσμα να καταπέσουν και αρκετοί μύθοι και ιδεολογήματα της Αριστεράς. Ειδικότερα στο ζήτημα της φορολογίας γίνεται «ηλίου φαεινότερον» ότι οι συνεχείς αλλαγές στη φορολογική νομοθεσία, αλλά και οι πρόσθετες επιβαρύνσεις που προκαλούν οι αλλαγές αυτές κατ’ εφαρμογή των αυστηρών πολιτικών δημοσιονομικών προσαρμογής που επιβάλλονται με τα μνημόνια αποτελούν τροχοπέδη για την πραγματοποίηση ιδιωτικών επενδύσεων στη χώρα μας.  Εδώ οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση είναι μόνο ένας παράγοντας που διαμορφώνει ένα κλίμα βαρύ για την προοπτική των άμεσων διεθνών επενδύσεων στην Ελλάδα. Γιατί έρχεται να προστεθεί σε ανασταλτικούς παράγοντες, όπως ο κίνδυνος κρατικής χρεοκοπίας, το συνεχώς μεταβαλλόμενο νομικό πλαίσιο, οι χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες, αλλά και το ιδιαίτερα αργοκίνητο σύστημα δικαιοσύνης. Επιστρέφοντας, όμως, στη φορολογία είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα έχει, σε σύγκριση με τις γειτονικές της χώρες, το πιο δυσμενές φορολογικό περιβάλλον για επενδύσεις, εξέλιξη η οποία καθιστά τη χώρα μας λιγότερο ελκυστική για επενδυτικές κινήσεις από ξένα και εγχώρια επιχειρηματικά κεφάλαια. Ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε ότι η φορολογία των επιχειρήσεων στη χώρα μας είναι 29%, όταν η Αλβανία τις φορολογεί με συντελεστή 15%, η Π.Γ.Δ.Μ. και η Βουλγαρία με 10% και η Κύπρος με 12,5%!
Αν στο τοπίο αυτό προσθέσουμε και τις ασφαλιστικές εργοδοτικές εισφορές θα δούμε ότι στην Ελλάδα οι τελευταίες ανέρχονται στο 24,6% – και να θυμηθούμε ότι η πρώτη και τελευταία φορά που αυτές μειώθηκαν ήταν το 2013 επί κυβερνήσεως Σαμαρά -, στην Αλβανία είναι στο 15%, στη Βουλγαρία στο 18,5%, στην Π.Γ.Δ.Μ. 0% (μηδέν !), ενώ οι αδελφοί μας Κύπριοι τις έχουν θέσει στο 7,8%.
Στο σημείο αυτό να συνυπολογίσουμε ότι ο ΦΠΑ στην Ελλάδα είναι στο 23%, ενώ στην Π.Γ.Δ.Μ. είναι 18%, στην Κύπρο 19%, στη Βουλγαρία και στην Αλβανία 20%. Καθώς, λοιπόν, στη χώρα μας η φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων ξεπερνά το 50%, πώς να μην προκαλείται φυγή ελληνικών επιχειρήσεων προς τις όμορες χώρες ; Τα παραπάνω εξόχως αποκαλυπτικά στοιχεία για το ύψος των φορολογικών επιβαρύνσεων που υφίστανται οι επιχειρηματικές επενδύσεις στη χώρα μας σε σύγκριση με τις αντίστοιχες επιβαρύνσεις σε άλλες χώρες παρουσιάζονται από το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στην πρόσφατα δημοσιευθείσα τριμηνιαία έκθεσή του.
Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην έκθεση, η φορολογική επιβάρυνση της επιχειρηματικής επένδυσης στη χώρα μας, μετρημένη με βάση συγκεκριμένους δείκτες που αποτυπώνουν τους πραγματικούς φορολογικούς συντελεστές επί των επενδύσεων, παρουσιάζει απότομες και συνεχείς διακυμάνσεις που αντανακλούν την πολυπλοκότητα και την αστάθεια του φορολογικού συστήματος και είναι σημαντικά υψηλότερη από ό,τι σε όλες τις άλλες γειτονικές χώρες, δηλαδή την Αλβανία, τα Σκόπια, τη Βουλγαρία, την Τουρκία καθιστώντας δυσχερή τη θέση της χώρας μας ως προς την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της.
Δεν πρέπει να αγνοούμε το γεγονός ότι το δυσμενές κλίμα για την επιχειρηματικότητα που βιώνουμε οδηγεί σε απώλεια όχι μόνο δυνητικών και προσδοκώμενων θέσεων εργασίας από επενδύσεις που τελικά δεν υλοποιούνται. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός της ανεργίας που προκαλείται στην Ελλάδα από τη μετεγκατάσταση επιχειρήσεων και άλλων παραγωγικών δραστηριοτήτων στις γειτονικές χώρες εξαιτίας των συνθηκών που περιγράφηκαν παραπάνω.
Άρα καθίσταται ζήτημα επιβίωσης για την ελληνική οικονομία η λήψη γενναίων μέτρων που θα αποκαταστήσουν την ανταγωνιστικότητά της ως προς το φορολογικό περιβάλλον. Και στο πεδίο αυτό δεν αρκεί μόνο η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης. Χρειάζεται ακόμα η απλοποίηση και η ψηφιοποίηση του συστήματος, όπως επίσης ο εκσυγχρονισμός και η αποτελεσματικότητα σε συνδυασμό με το αίσθημα της κοινωνικής δικαιοσύνης στη φορολογική διοίκηση.
Η παραπάνω εξέλιξη είναι εφικτή μόνο με ένα μείγμα πολιτικής που εμπεριέχει τις κατάλληλες δόσεις γνώσεων, εμπειρίας, ήθους και αποτελεσματικής αντιμετώπισης των ζητημάτων τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο.
*Ο κ. Κοκκόρης είναι οικονομολόγος και πρώην Γενικός Γραμματέας Κοινωνικών Ασφαλίσεων