Κώστας Παπαδόπουλος: Οι περισσότεροι καταναλωτές διαλέγουν ντομάτες όπως θα διάλεγαν ρούχα

 Συνέντευξη στη Μαρία Ζερβοχωρίτου

Είναι γεωπόνος- βιοκαλλιεργητής αλλά, σίγουρα, ο χαρακτηρισμός που του ταιριάζει απόλυτα είναι το «πρωτοπόρος». Ο Κώστας Παπαδόπουλος επένδυσε στην βιολογική καλλιέργεια όταν ο όρος ήταν εντελώς άγνωστος στην χώρα μας και πριν ακόμη δημιουργηθεί ο Ευρωπαϊκός κανονισμός για τα βιολογικά.

Ο ιδρυτής της «Βιοαγρός Α.Ε.» για περισσότερα από 30 χρόνια καλλιεργεί και εμπορεύεται βιολογικά προϊόντα και κατάφερε να καταστήσει  την εταιρεία του ως μια από τις ισχυρότερες επιχειρήσεις του κλάδου με έντονη εξαγωγική δραστηριότητα.

Ο κ. Παπαδόπουλος στα χρόνια που πέρασαν «όργωσε» την Ελλάδα αναζητώντας παραγωγούς που θα ήταν πρόθυμοι να μοιραστούν μαζί του το ίδιο όραμα, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα το κομμάτι της ενημέρωσης και της οργάνωσης τους.

Σήμερα, ο «Βιοαγρός» έχει κεντρικές εγκαταστάσεις στην Κρύα Βρύση Πέλλας,  υποκατάστημα στην Αθήνα και γραφεία στην Θεσσαλονίκη.  Διαθέτει δικό του στόλο οχημάτων, μεγάλη γκάμα προϊόντων,  τροφοδοτεί περίπου 1.000 σημεία πώλησης στην Ελλάδα και εξάγει σε 40 χώρες του εξωτερικού.

Ο Κώστας Παπαδόπουλος μιλά στην «Καρφίτσα» για τις δυσκολίες της βιοκαλλιέργειας και τις συνήθειες των καταναλωτών, δηλώνει αισιόδοξος για το μέλλον του κλάδου και εξομολογείται τι σημαίνει γι’ αυτόν «επιτυχία».

Πως ξεκίνησε η ενασχόληση με το βιολογικό τρόφιμο;

Ξεκίνησε τελείως τυχαία, όταν ήμουν φοιτητής έκανα ένα ταξίδι στην Γερμανία και βρέθηκα σε μια παρέα Γερμανών που έλεγαν πόσο καλό θα ήταν αν τα προϊόντα που καταναλώνουν ήταν απαλλαγμένα από φυτοφάρμακα και χημικά. Όταν γύρισα στην Ελλάδα αποφάσισα ν’ αλλάξω την καλλιέργεια των οικογενειακών κτημάτων από συμβατική σε βιολογική. Ο πρώτος «πελάτης»  των βιολογικών ακτινιδίων μου ήταν ο σύλλογος των Γερμανών καταναλωτών που μου έδωσε την ιδέα. Μετά από 7-8 χρόνια άρχισε να κινείται το ενδιαφέρον των Ελλήνων για τα βιολογικά και ξεκίνησα να διαθέτω προϊόντα και στην ελληνική αγορά μεγαλώνοντας την γκάμα των προϊόντων μου.

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε;

Όταν χρειάστηκε να μεγαλώσω την γκάμα των προϊόντων μου στράφηκα και σε άλλους παραγωγούς αλλά, ειδικά τα πρώτα χρόνια, ήταν δύσκολο να τους πείσω να εγκαταλείψουν την συμβατική καλλιέργεια και να στραφούν στην βιολογική.  Είχαν αμφιβολίες για το αν θα έβγαζαν τις ίδιες ποσότητες χωρίς φυτοφάρμακα αλλά και για το αν υπήρχε αγορά για τα βιολογικά. Ήταν κάτι καινούργιο και έβγαλε φοβικά αντανακλαστικά στους παραγωγούς γιατί δεν μπορούσαν να φανταστούν πως θα πάει.

 Καθημερινά, ταξίδευα σε όλη την Βόρεια Ελλάδα και μέσω γνωστών μου γεωπόνων οργάνωνα ενημερωτικές συναντήσεις με παραγωγούς. Για όσους συμφωνούσαν να περάσουν στην βιολογική καλλιέργεια έπρεπε να τρέξω να βρω ανάλογα σκευάσματα από το εξωτερικό καθώς στην Ελλάδα δεν υπήρχε τίποτε εκείνη την εποχή. Για μια δεκαετία, μέχρι τις αρχές του 2000 τα πράγματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα.  

Σήμερα, υπάρχουν παραγωγοί πρόθυμοι να περάσουν στην βιολογική καλλιέργεια;

Τώρα πλέον, συνεργάζομαι σταθερά με 300 παραγωγούς απ’ όλη την χώρα και διαθέτουμε μια μεγάλη γκάμα προϊόντων, φρούτα, κηπευτικά, μέλι, λάδι, βότανα, χυμούς και γαλακτοκομικά προϊόντα όπως γιαούρτι και κεφίρ κ.α. Υπάρχει προγραμματισμός για τις ποσότητες, τα είδη και τις προδιαγραφές των προϊόντων. Είναι καλό που κάθε χρόνο μπαίνουν στο σύστημα καινούργιοι παραγωγοί. Σ’ ότι αφορά εμάς και τους συνεργάτες μας, η καλλιεργήσιμη έκταση με βιολογικούς όρους ξεπερνά τα 5.000 στρέμματα και αυτό έχει θετικό πρόσημο και στο περιβάλλον.  

Η παραγωγή βιολογικών τροφίμων είναι δύσκολη δουλειά και τα κέρδη δεν είναι μεγαλύτερα από αυτά της συμβατικής παραγωγής. Ωστόσο, το να είσαι βιοκαλλιεργητής σε κρατάει μέσα σ’ ένα χώρο που μακροπρόθεσμα είναι πιο σταθερός. Είμαι αισιόδοξος για το μέλλον των βιολογικών προϊόντων. Πιστεύω ότι θα αναπτυχθεί περισσότερο η παραγωγή γιατί τώρα έχουμε και σύμμαχο τον τομέα της έρευνας ο οποίος ασχολείται πλέον με βιολογική γεωργία και μας δίνει περισσότερα εργαλεία.  

Η περίοδος της οικονομικής κρίσης αλλά και η τωρινή υγειονομική κρίση, επηρέασε και πόσο την αγορά των βιολογικών προϊόντων;

Σίγουρα επηρεάστηκε η αγορά. Εκείνο που διαπιστώσαμε είναι το «καλάθι» του καταναλωτή των βιολογικών προϊόντων μειώθηκε αλλά αυξήθηκε δραματικά ο αριθμός των καταναλωτών που τα προτιμούν.  Η κρίση αλλά και η πανδημία είχαν και θέματα συνδεδεμένα με την υγεία, οπότε οι άνθρωποι που ψωνίζουν βιολογικά αυξάνονται αλλά ναι, το καλάθι τους μικραίνει.

Τα βιολογικά προϊόντα είναι ακριβότερα από τα συμβατικά και το γεγονός αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά για  πολλούς καταναλωτές. Γιατί υπάρχει αυτή η διαφορά στην τιμή και πως μπορεί να αλλάξει αυτή η εικόνα;  

Ρυθμιστής της τιμής των βιολογικών είναι οι ίδιοι οι καταναλωτές και ο τρόπος που επιλέγουν τα προϊόντα που αγοράζουν. Όταν καλλιεργείς τα προϊόντα βιολογικά δεν μπορείς να «πετύχεις» την ίδια εμφάνιση με τα συμβατικά. Εάν, για παράδειγμα, καλλιεργείς βιολογική ντομάτα η μισή σου παραγωγή θα πλησιάζει στην «ελκυστική» εμφάνιση της συμβατικής και η υπόλοιπη παραγωγή μπορεί να έχει «εμφανισιακά προβλήματα». Ο καταναλωτής έχει μάθει να ψωνίζει αυτό που του φαίνεται όμορφο. Έτσι,  οι βιοκαλλιεργητές, που δεν χρησιμοποιούν χημικά τοξικά φάρμακα για να πετύχουν «εμφάνιση» στα προϊόντα τους, μένουν με το 45% της παραγωγής τους στα αζήτητα και αναγκαστικά ανεβάζουν την τιμή. Αν λοιπόν, μπορούσαν να διαθέσουν όλη την παραγωγή τους τότε οι τιμές θα ήταν πολύ χαμηλότερες. Στην χώρα μας οι περισσότεροι καταναλωτές διαλέγουν ντομάτες όπως θα διάλεγαν ρούχα! Είχαμε βγάλει στην αγορά προϊόντα που είχαν ένα σημαδάκι και δεν τ’ αγόραζε κανείς παρά το ότι ήταν στην μισή τιμή.  Δυστυχώς, οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν το τρόφιμο ..επιφανειακά και δεν βλέπουν την ουσία, τα οφέλη που έχουν απ’ αυτό. Χρειάζεται λοιπόν, μεγαλύτερη ενημέρωση και εκπαίδευση των καταναλωτών.

Αξίζει να επενδύσει κάποιος στην παραγωγή βιολογικών προϊόντων;

Εξαρτάται από το τι κριτήρια έχει ο καθένας για την επιτυχία. Εγώ είμαι καλά γιατί κάνω αυτό που μ’ αρέσει και το πιστεύω βαθιά. Δεν συσσωρεύω αρνητική ψυχική ενέργεια κάνοντας κάτι που δεν μ’ αρέσει επειδή μπορεί να έχει κέρδη.  Αυτό για εμένα είναι επιτυχία. Ο κλάδος είναι δύσκολος γιατί έχει πολλές αλλά μικρές πωλήσεις και δεν μπορείς ακόμη να πετύχεις οικονομία κλίμακας. Έχει πολύ κόπο, πολλά λειτουργικά και οικονομικά δεν έχει όπως λέμε «πολλά λεφτά».

Ποιοι είναι οι στόχοι για τα επόμενα χρόνια;  

Βασικός στόχος είναι να φτάσει η κατανάλωση βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα από το 0,5%  στο μέσο Κοινοτικό όρο, δηλαδή το 5%.  Για να φτάσουμε εκεί, πρέπει να γίνει πολύ δουλειά σε επίπεδο επικοινωνίας, να γνωρίζει ο καταναλωτής τι τρόφιμα καταναλώνει και να μάθει να εμπιστεύεται βιολογικά προϊόντα συσκευασμένα με ταυτότητα παραγωγού.  Εμείς, ως εταιρεία προσπαθούμε να ενημερώσουμε για τα οφέλη των βιολογικών, μιλάμε με παραγωγούς, κάνουμε ξεναγήσεις μαθητών στις εγκαταστάσεις μας αλλά ο κλάδος χρειάζεται μεγαλύτερη στήριξη σε επίπεδο επικοινωνίας.