22:53, Σάββατο
02 Ιουλίου 2022

Ιεροκλής Μιχαηλίδης: Να εμπιστεύεται το κοινό τα έργα που ανεβαίνουν στη Θεσσαλονίκη

Συνέντευξη στη Φιλίππα Βλαστού
Ένα δωμάτιο νοσοκομείου θα «χτιστεί» στη σκηνή του θεάτρου «Αριστοτέλειον». Από εκεί θα θελήσουν να δραπετεύσουν και να ξαναβγούν στον έξω κόσμο τρεις βετεράνοι στρατιωτικοί. Θα καταστρώσουν σχέδια για την διαφυγή τους, αλλά η ανημποριά τους θα τους οδηγήσει στο να ταξιδέψουν, έστω νοητά εκεί που θα ήθελαν να είναι. Αυτοί οι τρεις άνδρες είναι οι «Ήρωες» και πρωταγωνιστές στο έργο του Gérald Sibleyras, τους οποίους ο Γιάννης Φέρτης, ο Δημήτρης Πιατάς και Ιεροκλής Μιχαηλίδης ενσαρκώνουν επί σκηνής, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Νικήτα Μιλιβόγεβιτς.
Ο Ιερ. Μιχαηλίδης λίγες μέρες πριν βρεθεί στη Θεσσαλονίκη για την παράσταση μίλησε στην Karfitsa μεταξύ άλλων για τον ρόλο του, τους δικούς του ήρωες, αλλά και το θεατρικό τοπίο στη Θεσσαλονίκη.
Ποιος είναι ο ρόλος σας στο έργο;
Ο ρόλος μου είναι ένας απόστρατος συνταξιούχος στρατηγός, διακριθείς σε διάφορους πολέμους όπου συμμετείχε. Μπορούμε να πούμε ότι είναι ο πιο ιδιόρρυθμος και κατά μια έννοια είναι ή θέλει να είναι διαταραγμένος, έχει εμμονές. Πολλές φορές δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα, πέρα από την αναφορά που έχει συνεχώς στα παλιά, είναι ένας άνθρωπος που έχει ζήσει όλη του τη ζωή μέσα σε αυστηρούς στρατιωτικούς κανόνες και πειθαρχία, κάτι που τον έχει επηρεάσει.
Εσείς έχετε κάποιον ήρωα;
Οι ήρωες είναι δεκάδες και σε κάθε φάση της ζωής μας αλλάζουν. Για μένα ήδη από μικρή ηλικία ο ήρωας μου είναι ο πατέρας μου και εξακολουθεί να είναι ένας άνθρωπος που θαυμάζω μέχρι σήμερα. Αργότερα, όσο μεγαλώνουμε έρχονται και άλλες μορφές όπως μέσα από τη μυθολογία, για παράδειγμα αυτή του Οδυσσέα, κυρίως για εμάς τους άνδρες. Μετά στην εφηβεία εγώ λόγω των αναγνωσμάτων βρήκα και άλλους ήρωες στο χώρο της λογοτεχνίας.
Έχετε ζήσει θεατρικά αρκετά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Πώς θα την περιγράφατε;
Την πόλη τη γνωρίζω θεατρικά από την δεκαετία του 1980. Εκεί τελείωσα το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και δούλεψα 15 χρόνια. Τα υπόλοιπα χρόνια που εργάζομαι με αφετηρία την Αθήνα πάντα έρχομαι με όλες τις παραστάσεις και στη Θεσσαλονίκη. Οπότε επί 35 έτη παρακολουθώ στενά την θεατρική ζωή της πόλης, η οποία νομίζω έχει περάσει από διάφορες φάσεις. Στη δεκαετία του 1960 και το 1970 υπήρχε μεγάλο ενδιαφέρον από την πλευρά του κοινού. Αργότερα θεωρώ ότι αυτό το ενδιαφέρον μειώθηκε. Τα τελευταία χρόνια, αν και γίνονται δουλειές, το κοινό της πόλης δεν δίνει μεγάλο ενδιαφέρον. Δεν έχουμε και μεγάλο θεατρικό κοινό στη Θεσσαλονίκη, για τις παραγωγές που γίνονται. Κυρίως το κοινό ενδιαφέρεται για παραστάσεις που έχει ακούσει ότι είχαν επιτυχία στην Αθήνα. Άρα η προσέλευση των θεατών στις παραστάσεις που ξεκινούν από τη Θεσσαλονίκη δεν είναι πάντα αθρόα, υπάρχει ένα είδος δυσπιστίας απέναντι σε αυτά τα έργα.
Αυτό πώς θα μπορούσε να αλλάξει;
Είναι ένα δύσκολο ζήτημα. Έχει ευθύνες και ο θεατής, αλλά και οι άνθρωποι του θεάτρου. Πάντως, καλό είναι το κοινό να δείχνει μια εμπιστοσύνη και περισσότερη ευαισθησία στα πράγματα που γίνονται στην πόλη πριν γίνουν γνωστά στο πανελλήνιο.
Επιστρέψατε τηλεοπτικά με την σειρά «Κάνε γονείς να δεις καλό» και γενικά φέτος βλέπουμε πολλές καινούργιες σειρές, συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια. Ξεκινά μήπως μια νέα καλή εποχή για την τηλεόραση;
Τα τελευταία χρόνια είδαμε ότι τα τηλεοπτικά προϊόντα ήταν κυρίως ριάλιτι και τηλεπαιχνίδια, καθώς ήταν πιο δημοφιλή. Η μυθοπλασία δεν σταμάτα να υπάρχει και φέτος είδαμε την σεζόν να ξεκινάει με περισσότερες σειρές, ελληνικής παραγωγής. Από την άλλη, να μην ξεχνάμε ότι έχουμε τρομακτικά καλές σειρές από όλο τον κόσμο που φτάνουν στις οθόνες μας, αλλά νομίζω ότι πάντα οι θεατές θα έχουν την ανάγκη να δουν και κάτι στην δική τους γλώσσα. Αυτός είναι και ένας λόγος που μας κάνει πιο αισιόδοξους για το ότι θα συνεχίσει να υπάρχει η ελληνική μυθοπλασία.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ