12:08, Σάββατο
29 Ιανουαρίου 2022

Frankie & Johnny: Μια παράσταση για την ανθρώπινη επαφή και το ρίσκο

Το έργο «Frankie & Johnny» του βραβευμένου Terrence McNally, που έχει μεταφερθεί με μεγάλη επιτυχία στον κινηματογράφο, με τους Al Pacino και Michelle Pfeiffer, έρχεται στο Θέατρο Τ. Σε αυτό οι δύο πρωταγωνιστές και μοναδικοί ηθοποιοί επί σκηνής, έχοντας βιώσει σκληρές εμπειρίες, καλούνται να ξεπεράσουν τους φόβους τους για να κάνουν μια καινούρια αρχή μαζί. Η Χρύσα Γούτου (στο ρόλο της Frankie) και ο Ιωάννης Καμπούρης (στο ρόλο του Johnny) μίλησαν στην Καρφίτσα για τον χαρακτήρα που υποδύονται και το ρίσκο που καλούνται να πάρουν.

Πώς νιώθετε για τους ρόλους σας; Σας αγχώνει το γεγονός ότι το έργο είναι γνωστό από την ταινία και τους ρόλους έχουν ενσαρκώσει οι Al Pacino και Michelle Pfeiffer;


Χρύσα Γούτου:
Προσωπικά, νιώθω πολύ τυχερή που έχω στα χαρτιά μου λόγια μιας ηρωίδας τόσο
ιδιαίτερης. Είναι ένα πλάσμα φαινομενικά σκληρό και απροσπέλαστο, αλλά η βαθιά ουσία της είναι
ευάλωτη και τρυφερή. Νιώθω μεγάλη «ευθύνη», όσο βαρύγδουπο κι αν ακούγεται, γιατί η Frankie
είναι μια γυναίκα που έχει υποστεί βία και αυτό το φέρει στη διάρκεια του έργου. Δίνει μία μεγάλη
μάχη με τον εαυτό της για να ξεπεράσει όσα τη στοιχειώνουν από το παρελθόν. Όσο για το ότι η
Michelle Pfeiffer έχει ενσαρκώσει τη Frankie είναι κάτι που από μόνο του βάζει τον πήχη πάρα πολύ
ψηλά. Εμείς από τη μεριά μας, από τη στιγμή που πήραμε το κείμενο στα χέρια μας, αποφασίσαμε να
κολυμπήσουμε στα βαθιά, παρουσιάζοντας από τη δική μας σκοπιά την ιστορία.

Ιωάννης Καμπούρης: Λένε πως για έναν ρόλο πρέπει να βρεις την «πόρτα εισόδου», εκείνο το πρώτο
και βασικό στοιχείο που θα σε συνδέσει άμεσα μαζί του και θα αρχίσει να τον κάνει βαθιά προσωπικό.
Όταν ακούμε για ένα έργο που αγγίζει ζητήματα ανθρώπινης επαφής και ερωτικής έλξης, θα περίμενε
κανείς πως το στοιχείο αυτό θα ήταν κάτι σχετικό με τις δύο αυτές έννοιες. Για εμένα, όμως, ήταν το ότι
ο Johnny είναι μάγειρας. Μπορεί να ακούγεται χαζό ή ρηχό, αλλά ήταν το πρώτο πράγμα που με
κέντρισε. Για κάποιον λόγο, με γοητεύουν τα κοφτερά μαχαίρια, τα καυτά λάδια, οι παχύρευστες
σάλτσες (όσο κι αν αγαπώ το «λακωνίζειν», ως τρόπο ζωής γενικότερα). Όσο για τον Pacino, θα
παραθέσω τα λόγια του Javier Bardem: «I don’t believe in God, I believe in Al Pacino», οπότε κάποιος
που ερωτεύτηκε τον Pacino από τα παιδικά του χρόνια, δε θα μπορούσε να έχει άγχος για μία ακόμη
επαφή μαζί του.

Ταυτίζεστε με στοιχεία των χαρακτήρων που ερμηνεύετε;

Χρύσα Γούτου: Πιστεύω πως κάθε φορά που έρχεσαι σε επαφή με έναν νέο ρόλο, είτε συνειδητά είτε
ερήμην, ανακαλύπτεις στοιχεία κοινά με τον εαυτό σου και τον χαρακτήρα. Έτσι κι εγώ, από νωρίς
εντόπισα κοινά σημεία με την Frankie. Σημεία συνάντησής μας ίσως είναι η κυκλοθυμία, ο τρόπος που
διεκδικεί τον χώρο της και φυσικά η αγάπη της για το φαγητό.

Ιωάννης Καμπούρης: Όσο αντιμετωπίζω ένα θεατρικό πρόσωπο, η διαρκής προσπάθειά μου είναι να
εντοπίσω τον εαυτό μου μέσα του, όσο πιο πυκνά και συμπαγώς μπορώ (προσπάθεια που δεν
περιορίζεται μόνο στη σφαίρα του συνειδητού). Διαφορετικά, νομίζω πως η υποκριτική δεν έχει νόημα.
Αν δεν έχεις κάτι να αποκαλύψεις, καλύτερα μην το κάνεις. Κάτι που μοιράζομαι με τον Johnny, για
παράδειγμα, είναι ότι, γενικά, κολλάω. Κολλάω με πράγματα, κολλάω με συνήθειες, κολλάω με
ρουτίνες. Κολλάω. Και με τους ανθρώπους κολλάω, αλλά προσπαθώ να μην το δείχνω… Μου αρέσει να
τους βλέπω ελεύθερους.

Πώς είναι να βρίσκεστε μόνο δύο ηθοποιοί επί σκηνής;

Χρύσα Γούτου: Για εμένα είναι πρωτόγνωρη και φοβερά ενδιαφέρουσα συνθήκη. Βρισκόμαστε στη
σκηνή διαρκώς και πρέπει να διατηρούμε τα επίπεδα επικοινωνίας και ρυθμού ψηλά. Χρειάζεται πολλή
ενέργεια, όπως άλλωστε σε κάθε περίσταση πάνω στη σκηνή. Φυσικά, δεν είμαστε μόνο δύο,
υπάρχουν και οι μουσικοί μας, που η παρουσία τους δυναμιτίζει την πορεία του έργου με πολύ μαγικό
τρόπο. Το μόνο που χρειάζεται, είναι να αφεθούμε στα χέρια του Μιχαλάκου, στην κιθάρα της
Αναστασίας και του Γιώργου, και να ζήσουμε για λίγο σε έναν κόσμο άλλο, λίγο καλύτερο από τον δικό
μας.

Ιωάννης Καμπούρης: Στην ουσία, είμαστε τρεις, γιατί υπάρχει και ζωντανή μουσική στην παράσταση
(Αναστασία Γιαμούζη και Γιώργος Καλλιφατίδης, εναλλάξ). Τα πρόσωπα του έργου, βέβαια, είναι όντως
δύο. Η αλήθεια είναι πως δε θεωρώ ότι υπάρχει ιδιαίτερη διαφορά από το να συνυπάρχεις με άλλους
δεκαπέντε ανθρώπους στη σκηνή. Σίγουρα, η προσοχή που σου αναλογεί είναι μεγαλύτερη, αλλά η
λειτουργία είναι ακριβώς η ίδια: υπάρχω, ακούω, αντιδρώ. Ωστόσο, μπορώ να πω ότι σε ένα έργο με
δύο πρόσωπα και σε ένα περιβάλλον ενότητας χώρου και χρόνου, είναι εύκολο να πέσεις στην παγίδα
του «κάτι παραπάνω», του «δεν αρκεί, θέλει κάτι ακόμη», αλλά ο ηθοποιός χρειάζεται μία αντίσταση
στο ένστικτο αυτό. Αρκεί.

Πόσο δύσκολο είναι για την Frankie και τον Johnny να ξεπεράσουν τους φόβους τους;

Χρύσα Γούτου: Πιστεύω πως για τον Johnny τα πράγματα είναι απλά. Όχι γιατί είναι αφελής, αλλά γιατί
έζησε μια ζωή βάζοντας εμπόδια στον εαυτό του. Η Frankie ταλαιπωρείται παραπάνω στο να αφήσει
τις αναστολές της. Νομίζω μέχρι τη στιγμή που γνωρίζει τον Johnny, είχε στερήσει από τον εαυτό της
την πιθανότητα να μπει ξανά σε σχέση. Αντιστέκεται γιατί, όπως όλοι οι άνθρωποι με εμπειρίες και
μπαγκάζια στην πλάτη τους, φοβάται. Δεν φοβάται απλά την απογοήτευση ή τη μοναξιά, φοβάται την
κακή πλευρά των ανθρώπων και όσα αυτή κουβαλά. Από την άλλη πλευρά έχει βολευτεί στην ρουτίνα
της, την οποία σπάει ο Johnny με εκείνο το πρώτο τους ραντεβού. Το βράδυ εκείνο θα καθορίσει τα
πράγματα, και θέτει το ζήτημα : Ή τώρα ή ποτέ…

Ιωάννης Καμπούρης: Σωστή ερώτηση, μιας και κάποιος μπορεί να θεωρήσει πως ο Johnny δεν
αντιμετωπίζει ιδιαίτερες φοβίες τη συγκεκριμένη νύχτα. Μα βρίσκεται στα άκρα, στα όρια, κι ας μη
φαίνεται. Ο Johnny είναι στο χείλος του γκρεμού κι αυτό είναι το σημείο που κανείς ξεπερνάει τα
εσωτερικά του εμπόδια, τον φόβο του «μετά», τον φόβο του άλλου ανθρώπου, και απελευθερώνεται.
Νομίζω πως η δυσκολία έγκειται στη διαδρομή προς τον γκρεμό κι όχι στον ίδιο τον γκρεμό.

Στην εποχή μας πιστεύετε ότι ρισκάρουμε για τον έρωτα ή το ρίσκο είναι κάτι που υπάρχει μόνο
ως έμπνευση για την τέχνη;

Χρύσα Γούτου: Θα ήταν πολύ βαρετή η ζωή χωρίς ρίσκο, πόσο μάλλον στον έρωτα. Με γοητεύουν οι
άνθρωποι που παλεύουν για ό,τι τους κάνει να ερωτεύονται. Δείχνει μεγαλοσύνη, σιγουριά και
δύναμη. Δεν είναι βέβαια πολλοί εκείνοι που είναι στον αγώνα και ρισκάρουν. Εκεί έξω τα πράγματα
είναι δύσκολά και ο κόσμος είναι πολύ κλεισμένος στον εαυτό του. Δεν θέλω να πιστέψω ότι το ρίσκο
είναι κάτι που υπάρχει μονάχα ως έμπνευση στο θέατρο, μου φαίνεται πολύ θλιβερό. Νομίζω απλά
πως ο περισσότερος κόσμος πριν ρισκάρει, ζυγίζει λίγο περισσότερο τα πράγματα, κι έπειτα ορμάει.
Βέβαια πάντα στον κανόνα υπάρχουν κι οι εξαιρέσεις, ποιος ξέρει…

Ιωάννης Καμπούρης: Έρωτας και ρίσκο πηγαίνουν μαζί. Από τη στιγμή που ένας άνθρωπος
σαγηνεύεται, ερωτεύεται, μπαίνει σε μία σχέση, αποκαλύπτει στον άλλον τα πιο κρυφά του μυστικά και όνειρα, γνωρίζοντας παράλληλα ότι κάποια στιγμή θα πονέσει τόσο πολύ που θα του κόβεται η
ανάσα από το κλάμα και θα κοντεύει να κάνει εμετό από την πίεση, γιατί θα πρέπει να πει «αντίο»,
τότε νομίζω πως αυτή είναι μια πράξη γενναιότητας. Και γενναιότητα χωρίς ρίσκο…

Τι σας γοητεύει και τι σας απογοητεύει στον χώρο του θεάτρου στη Θεσσαλονίκη;

Χρύσα Γούτου: Αυτό που με γοητεύει είναι αυτό που ζω αυτήν ακριβώς την στιγμή στη ζωή μου.
Βρίσκομαι στη Θεσσαλονίκη, την πιο όμορφη πόλη της Ελλάδας και δουλεύω με τους πιο ωραίους
ανθρώπους. Μου φαίνεται φοβερά συγκινητικό να πορεύεσαι με ανθρώπους που σέβεσαι, εκτιμάς και
πάνω απ’ όλα συνεννοείσαι με τα μάτια. Όσο για την απογοήτευση, νομίζω όμως πως απλά θα ήθελα
οι προθέσεις των ανθρώπων να είναι πιο ειλικρινείς και να δίνεται η δυνατότητα στους νέους
καλλιτέχνες της πόλης να παρουσιάζουν το έργο τους. Πάντως θέλω να παραμείνω αισιόδοξη. Πιστεύω
πως όλα θα πάρουν τον δρόμο τους αρκεί να θέσουμε τους όρους που μας αξίζουν. Φτάνει να είμαστε
υγιείς, γειωμένοι και έξω!

Ιωάννης Καμπούρης: Στο θέατρο της Θεσσαλονίκης με γοητεύει ότι είναι της Θεσσαλονίκης. Εδώ
μεγάλωσα, εδώ έπαιξα μπάλα, εδώ πρωτοκάπνισα, εδώ γλέντησα. Εδώ αγάπησα την υποκριτική κι εδώ
την ξαναερωτεύομαι. Έπειτα, με δελεάζει και η δυσκολία που έχει το θέατρο εδώ. Θέλει πολλή επιμονή
για να εμπνεύσεις εμπιστοσύνη. Οι Monks αυτό προσπαθούμε. Με απογοητεύει ότι υπάρχει πολύ
σύμπλεγμα, πολύ προσωπικό έλλειμμα στο θέατρο της Θεσσαλονίκης. Ο ένας κακολογεί τον άλλον,
όλοι έχουν άποψη για όλα, πολλοί θέλουν να πατήσουν επί πτωμάτων, πολλοί προσπαθούν να
καλύψουν τα κόμπλεξ τους μέσα από το θέατρο. Μα το θέατρο δεν είναι γι’ αυτό… Λείπουν οι ακέραιοι
χαρακτήρες.