11:50, Σάββατο
29 Ιανουαρίου 2022

Σωτήρης Ρουμελιώτης: «Η μητέρα του σκύλου» μπορεί να προκαλέσει έντονους προβληματισμούς για τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία

Για το έργο «Η Μητέρα του Σκύλου» και τη σκηνοθεσία του μίλησε σε συνέντευξή του στην Καρφίτσα, ο Σωτήρης Ρουμελιώτης, εξηγώντας παράλληλα όσα τον «κέρδισαν» στο θέατρο και όσα του προσέφερε η συγκεκριμένη παράσταση. «Η Μητέρα του Σκύλου» είναι ένα βραβευμένο μυθιστόρημα του Παύλου Μάτεσι που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1990. Πρόκειται για έναν μονόλογο από την Ραραού, μια συνταξιούχο ηθοποιό, που ανατρέχει στο παρελθόν της, στα παιδικά και εφηβικά χρόνια που έζησε πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή, αλλά και στα μετέπειτα χρόνια της ζωής της, γραμμένα με τη γλαφυρή και χειμαρρώδη γλώσσα του Μάτεσι. Η παράσταση κάνει την πρεμιέρα της απόψε στο Θέατρο Τ στις 21:30 και θα ανεβαίνει μέχρι και τις 2 Ιανουαρίου, Κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή.

Πότε ήρθατε για πρώτη φορά σε επαφή με το θέατρο; Γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε επαγγελματικά με αυτό;

Πέρασα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στο Αίγιο, μια σχετικά μικρή πόλη, όπου δεν είχα πολλές ευκαιρίες να δω θέατρο. Η πρώτη επαφή, λοιπόν, ήταν μάλλον η συμμετοχή μου σε σχολικές παραστάσεις, μια δραστηριότητα που με γέμιζε με πολύ έντονα συναισθήματα. Παρότι κατάλαβα από μικρός τη μεγάλη γοητεία που μου ασκούσαν το θέατρο και οι τέχνες γενικότερα, αρχικά αποφάσισα να σπουδάσω την Παιδαγωγική επιστήμη. Ωστόσο, σαν φοιτητής του Παιδαγωγικού Τμήματος Α.Π.Θ. έμπλεξα με τις διάφορες φοιτητικές θεατρικές ομάδες και μέσω αυτών κόλλησα για τα καλά το «θεατρικό μικρόβιο». Γνώρισα τη σπουδαιότητα της συλλογικής δημιουργίας και της συντροφικότητας που συνεπάγεται η θεατρική πράξη και συνειδητοποίησα ότι αυτός ο τρόπος ζωής μου ταιριάζει και με εμπνέει. Έτσι, έδωσα κατατακτήριες εξετάσεις στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών Α.Π.Θ., όπου ανατράφηκα καλλιτεχνικά με τον πιο γόνιμο τρόπο, και πλέον, ως απόφοιτός του, ελπίζω να διάγω μια «θεατρική ζωή» και να μεταδίδω μέσα από τη δουλειά μου όλη αυτή την ενέργεια που μου προσφέρει το θέατρο.

Τι σας γοήτευσε στο έργο του Παύλου Μάτεσι και αποφασίσατε να το ανεβάσετε;

Αρχικά, η ίδια η γνωριμία μου με το έργο υπήρξε άκρως γοητευτική. Γνωριστήκαμε σε ένα στρατόπεδο της Λέσβου, εγώ σαν νεοσύλλεκτος φαντάρος και αυτό σαν ένα μυθιστόρημα θαμμένο σε μια βιβλιοθήκη που μάλλον κανείς δεν θυμόταν την ύπαρξή της. Βρήκα τα κλειδιά, έσκαψα κάτω από σωρούς στρατιωτικών εγχειριδίων και εκεί «κοιταχτήκαμε» για πρώτη φορά. Και ήταν έρωτας με την πρώτη ματιά! Το διάβασα μέσα σε μια μέρα στο προαύλιο του στρατοπέδου, με τους υπόλοιπους  φαντάρους να απορρούν για την κατάσταση της ψυχικής μου υγείας∙ στη μια σελίδα άγρια γέλια, στην επόμενα άγρια κλάματα. Μου έχει συμβεί με ταινίες, με μουσικά κομμάτια, αλλά με βιβλίο δεν μου ζέχει ξανατύχει να με συγκινεί τόσο πολύ. Το μεγάλο «ατού» του θεωρώ πως είναι η τρομερά ζωντανή γραφή του Μάτεσι, η χειμαρρώδης γλώσσα του που καταφέρνει να είναι συγχρόνως τόσο ανάλαφρα χιουμοριστική και τόσο βαθιά διεισδυτική, τόσο απλά λαϊκή και τόσο υψηλά ποιητική. Από τη μια το χιούμορ σου ανοίγει την καρδιά και από την άλλη η περιγραφή τόσων δεινών στην διαπερνά πέρα για πέρα. Το βιβλίο αυτό με συντρόφευε σε όλη τη δύσκολη θητεία μου (το στρατιωτικό περιβάλλον είναι εντελώς αντίθετο με τη φύση μου) και μου έδινε συνεχώς δύναμη. Το να το σκηνοθετώ είναι ένας φόρος τιμής στην ιδαίτερη «συνάντησή» μας.

Ποια η σκηνοθετική σας προσέγγιση στο έργο και ποιος ο στόχος σας μέσα από την προσέγγιση αυτή;

Για την παράσταση δουλέψαμε με βάση τη συλλογική σκηνική αφήγηση, μια μέθοδο που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα και την έχω αξιοποιήσει σχεδόν σε όλες τις σκηνοθετικές μου προσπάθειες. Με ελκύουν ιδιαίτερα οι πειραματισμοί σχετικά με το πώς μπορεί να ειπωθεί έντεχνα μια ιστορία από πολλά άτομα μαζί, ακολουθώντας μια κοινή αφηγηματική πορεία, χωρίς όμως να χάνονται οι προσωπικές εκφραστικές ποιότητες καθενός. Στη «Μητέρα του σκύλου» πέντε ηθοποιοί βρίσκονται διαρκώς επί σκηνής και μέσω αυτής της ταυτόχρονης και ομαδικής αφήγησης επιδιώκουμε μια σκηνική «πολυφωνία», η οποία φαίνεται ταιριαστή για την μετάδοση των ποικίλων συναισθηματικών διακυμάνσεων ενός τόσο πληθωρικού ενεργειακά έργου. Αυτή η σκηνική συνάντηση πέντε σωμάτων/φωνών/ψυχών προσφέρει πολλές συνθετικές δυνατότητες και δουλεύουμε συνεχώς μέχρι να πετύχουμε μια μουσικότητα που θα έχει το ιδιαίτερο στίγμα της θεατρικής συντροφιάς μας.

Διατηρήσατε το ύφος του συγγραφέα ή προσαρμόσατε το έργο στα δικά σας δεδομένα;

Όπως προανέφερα, το γλαφυρό συγγραφικό ύφος του Μάτεσι ήταν αυτό που κέρδισε από την πρώτη ανάγνωση τόσο εμένα όσο και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Δεν νιώσαμε καμία ανάγκη να αλλάξουμε το ύφος του, αντιθέτως παλέψαμε να το αναδείξουμε σκηνικά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το στοίχημα είναι μεγάλο όταν ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα ανεβαίνει στη σκηνή. Ειδικά στη δική μας περίπτωση που δεν είχαμε κάποια έτοιμη θεατρική διασκευή, αλλά έπρεπε να την κάνουμε εμείς. Η μόνη επεξεργασία λοιπόν, από πλευράς μας, είχε να κάνει με την δραματουργική διαχείριση του όγκου του κειμένου, με την επιλογή του ποια επισόδεια κρατάμε και ποια αφήνουμε με βαριά καρδιά εκτός παράστασης. Αφού κάναμε αυτή την δύσκολη επιλογή, η θεατρική σύνθεση κύλησε ομαλότατα, ακριβώς γιατί το ύφος του μυθιστορήματος είναι από μόνο του άκρως θεατρικό. Εξάλλου, πρόκειται ουσιαστικά για έναν μονόλογο της Ραραού, μιας συνταξιούχου ηθοποιού, που αναπολεί το παρελθόν της και το παρουσιάζει μέσα από το αλλοπρόσαλα θεατρικό ταμπεραμέντο της.

Ποια είναι τα «σκοτεινά» σημεία του έργου;

Το μυθιστόρημα και, κατ΄επέκταση, η παράσταση αποτελούν ένα «κολάζ» ιστοριών από την γερμανο- ιταλική Κατοχή και τα χρόνια που την ακολούθησαν. Μιλάμε για μια ζοφερή περίοδο γεμάτη σκληρή πείνα, βία, αρρώστιες, φόβο για την ίδια την ζωή. Ο θάνατος ρίχνει βαριά τη σκιά του σε όλο το έργο, η κοινωνική αδικία και το άγριο πρόσωπο της ανθρώπινης ύπαρξης παρουσιάζονται με αφοπλιστική ωμότητα. Και βέβαια, όλα αυτά τα δεινά αποτυπώνονται στον διαταραγμένο ψυχισμό της Ραραού, η οποία όσο κι αν προσπαθεί να ωραιοποιήσει τις μνήμες της, δεν κατορθώνει να κρύψει τον «ελέφαντα» της Ιστορίας. Και εδώ, θεωρώ, έγγειται η συγγραφική μαεστρία του Μάτεσι∙ κατορθώνει και βάζει χιούμορ στα πεινασμένα στόματα, χαμόγελα στα ετοιμοθάνατα πρόσωπα και μεγάλη ψυχή στους αδύναμους ανθρώπους.

Ποιο μήνυμα/ποια μηνύματα θα θέλατε να επικοινωνήσετε στο κοινό μέσα από την παράσταση; Πώς συνδέεται με την εποχή μας «Η μητέρα του σκύλου»;

Δεν μου αρέσει καθόλου να προσπαθώ να μεταδώσω «έτοιμα» μηνύματα και ούτε πιστεύω στην ιδέα του «μηνύματος» οποιουδήποτε έργου τέχνης. Νομίζω πως είναι ουσιαστικότερο κάθε άνθρωπος να έρχεται σε επαφή και να συνομιλεί με την τέχνη με τον δικό του/της προσωπικό τρόπο, εντοπίζοντας ή συνθέτοντας τα δικά του μηνύματα. Πολλές φορές, οι καλλιτέχνες πασχίζουν να μεταδώσουν ένα συγκεκριμένο μήνυμα και έτσι καταλήγουν να αδικούν το ίδιο τους το έργο, που μπορεί να περιέχει πολλά άλλα μηνύματα. Όσον αφορά την παράστασή μας, την σκέφτομαι σαν ένα ταξίδι, στο οποίο προσκαλούμε τους θεατές να συνταξιδέψουμε και το κάθε άτομο να «πάρει» αυτό που θα το αγγίξει προσωπικά. Και μακάρι να είναι παραπάνω από ένα πράγμα, από ένα μήνυμα, από μια εικόνα… Εμένα, για παράδειγμα, με συγκινεί πολύ ένα κομμάτι που αναφέρεται στο πώς επιβίωναν οι θεατρίνοι μέσα στη δίνη της Κατοχής. Μου δίνει πολύ δύναμη να σκέφτομαι ότι το θέατρο κατάφερνε και έμενε ζωντανό παρά τις δυσκολίες. Και αυτή η προσωπική σκέψη συνομιλεί άμεσα με τη σύγχρονη κατάσταση που βιώνουμε, όπου οι άνθρωποι του θεάτρου παλεύουν και δημιουργούν εν μέσω πανδημίας, παρά τις τεράστιες αντιξοότητες. Και, ενώ δεν θα ήθελα να προβάλω κάποιο κεντρικό μήνυμα, λέω με βεβαιότητα πως «Η μητέρα του σκύλου» μπορεί να προκαλέσει έντονους προβληματισμούς για τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Αλήθεια, αυτή η τόσο αλλοπρόσαλλη κατοχική Ελλάδα που απεικονίζει το έργο, πόσο έχει αλλάξει μέχρι τις μέρες μας;

Τι αποκομίσατε από την ενασχόλησή σας με αυτό το έργο;

Πέρα από τη λογοτεχνική απόλαυση του μυθιστορήματος, «Η μητέρα του σκύλου» στάθηκε αφορμή να συναντηθώ δημιουργικά με κάτι υπέροχα, άγρια πλάσματα και να φτιάξουμε μαζί μια παράσταση. Κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες, εν μέσω lockdown, σε ένα υπόγειο χωρίς ρεύμα και νερό. Και αν κάτι μου έχει μείνει έντονα χαραγμένο από την συνολική εμπειρία και από την επαφή με αυτό το έργο είναι το ότι έτσι είναι η ζωή και το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τη ζήσουμε. Υπάρχει μια στιγμή στο τέλος της παράστασης που πάντα μας συνδέει με έναν απερίγραπτο τρόπο. Αυτή την απερίγραπτη στιγμή αποκομίσαμε.