Υπάρχει, άραγε, έστω και ένας Ευρωπαίος ηγέτης, υπουργός, οικονομολόγος, αξιωματούχος ή έστω απλός πολίτης που διαφωνεί με τη χθεσινή, ηχηρή όσο και δραματική, διαπίστωση του πρωθυπουργού Κ. Μητσοτάκη ότι «κανένα νοικοκυριό, εταιρεία ή κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί και να σχεδιάσει γύρω από μια αγορά όπου οι τιμές κινούνται εντελώς απρογραμμάτιστα προς τα πάνω ή προς τα κάτω»;
Οι κρατικοί προϋπολογισμοί των ευρωπαϊκών χωρών έχουν μπει στη «χύτρα» της ενεργειακής κρίσης και οι κυβερνήσεις ανοίγουν κάθε λίγο τη «στρόφιγγα» για να αποσυμπιεστεί ο κοινωνικός «ατμός» που βρίσκεται εγκλωβισμένος και να μην εκραγεί.
Οι επιχειρήσεις, το ίδιο. Ιδιοκτησίες και στελέχη μεγάλων, μεσαίων και μικρών επιχειρήσεων συντάσσουν και ανασυντάσσουν σχέδια έκτακτης διαχείρισης, τα οποία κάθε τρεις και μία χρειάζονται αναπροσαρμογή, με την τραγική διαπίστωση ότι «ο λογαριασμός δεν βγαίνει». Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όσες δεν έχουν βάλει ήδη λουκέτο -διότι εσχάτως πολλαπλασιάζονται-, κρέμονται από μία κλωστή.
Τα νοικοκυριά αγκομαχούν και τρέμουν πώς θα βγει αυτός ο χειμώνας. Έχουν ήδη καταλάβει ότι η περιπέτεια θα κρατήσει πολύ, αλλά αυτό που επείγει είναι να περάσουν οι επόμενοι πέντε έξι δύσκολοι μήνες. Τα τρόφιμα, ακόμα και τα βασικά, έχουν αρχίσει να γίνονται απλησίαστα για τους πολλούς και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τους επόμενους μήνες είναι ανατριχιαστικά. Πάνω από 800 προϊόντα θα αυξηθούν από 5% έως 30%. Και κανείς δεν ξέρει ακριβώς πόσα θα πρέπει να κρατήσει στην άκρη για να πληρώσει τη θέρμανση, το ζεστό νερό και το μαγείρεμα.
Διεθνείς οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι έρχεται ο δυσκολότερος χειμώνας από το 1942.
Κι όμως. Η Ευρώπη διαβουλεύεται. Μήνες τώρα. Αδύναμη να καταλήξει στα στοιχειώδη για να προστατέψει τους πολίτες της από την επερχόμενη λαίλαπα. Έπρεπε να περάσουν μήνες εσωτερικών αντεγκλήσεων, διαξιφισμών και αναβολών για να υιοθετήσουν οι υπουργοί Ενέργειας της ΕΕ τρεις προτάσεις, που στο σύνολό τους στηρίζονται στο μοντέλο που εφαρμόζει ήδη η Αθήνα και η κυβέρνηση Μητσοτάκη.
Παρά ταύτα, εξακολουθεί να κωφεύει στις προειδοποιήσεις και τις εκκλήσεις της Ελλάδας και 14 ακόμα ευρωπαϊκών χωρών να μπει, επιτέλους, εδώ και τώρα, πλαφόν στη χοντρική του φυσικού αερίου. Ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης, σε συμφωνία με την Ιταλία, την Πολωνία και το Βέλγιο, βγήκε μπροστά και έθεσε στους ομολόγους του τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων.
Ωστόσο, η Επιτροπή επέμεινε στην αρνητική στάση της, με τη δικαιολογία ότι ένα πλαφόν στο φυσικό αέριο ενέχει μεγάλο ρίσκο για τον εφοδιασμό και ότι αποτελεί ριζοσπαστική λύση που θα οδηγούσε σε μια εκτεταμένη παρέμβαση στην αγορά φυσικού αερίου, η οποία θα απαιτούσε μακρά προετοιμασία.
Πίσω από αυτή την παρελκυστική τακτική των Βρυξελλών βρίσκεται η Γερμανία, η οποία, όπως σωστά στηλίτευσε ο πολύπειρος Μάριο Ντράγκι, για τη δική της χώρα έσπευσε να επιβάλει πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου στη γερμανική αγορά, εκδίδοντας παράλληλα 200 δισ. ευρώ σε νέο χρέος. «Δεν μπορούμε να χωριζόμαστε ανάλογα με τον ελεύθερο δημοσιονομικό χώρο που έχουμε, χρειαζόμαστε αλληλεγγύη», είπε ο κ. Ντράγκι.
Από την πλευρά του, στο χθεσινό άρθρο στο Bloomberg, ο κ. Μητσοτάκης παραδέχθηκε ότι η επιβολή ανώτατου ορίου στις τιμές ενέχει κινδύνους. Πρόσθεσε, ωστόσο, το αυτονόητο: Καθώς μπαίνουμε στον χειμώνα, οι κίνδυνοι της αδράνειας επιτείνονται. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να καθόμαστε με σταυρωμένα τα χέρια και να παρακολουθούμε τη Ρωσία να χρησιμοποιεί τους θεσμούς της αγοράς εναντίον μας. Ότι είναι πράξη κοινής λογικής, και κυριαρχίας, να παρέμβουμε και να σχεδιάσουμε κανόνες που θα ανταποκρίνονται στην πρωτοφανή πρόκληση που αντιμετωπίζουμε. Η επιβολή ανώτατου ορίου στις τιμές του φυσικού αερίου είναι ένα αναπόφευκτο βήμα σε αυτή τη διαδικασία.
Αυτό που δεν είπε ο πρωθυπουργός στο συγκεκριμένο άρθρο, αλλά επαναλαμβάνει με κάθε ευκαιρία, είναι ότι αν σε αυτή την ιστορικά δύσκολη συγκυρία η ΕΕ δεν αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και δεν απλώσει δίχτυ προστασίας τους πολίτες, η οικονομική και ενεργειακή κρίση θα φέρει ακόμα μεγαλύτερο τσουνάμι. Και στο διάβα του, δεν θα παρασύρει μόνο τις κοινωνίες, αλλά και τις ηγεσίες τους. Και τότε, η πεμπτουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κοινωνική συνοχή και αλληλεγγύη, θα χαθεί κάτω από τα συντρίμμια της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Και ο μόνος που θα επιβιώσει θα είναι ο λαϊκισμός και οι πάσης φύσεως εκφραστές του. Το είδαμε, άλλωστε, πρόσφατα, στην Ιταλία.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL




