Ο προεκλογικός επανεμφανιζόμενος εμπορικός εθνικισμός του Ντόναλντ Τραμπ έχει αρχίσει ήδη να παράγει μετρήσιμα και αρνητικά αποτελέσματα για τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κόσμου. Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, ο εμπορικός πόλεμος που ξεκίνησε ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ έχει κοστίσει στις επιχειρήσεις περισσότερα από 34 δισεκατομμύρια δολάρια σε χαμένες πωλήσεις, αυξημένα κόστη και στρατηγικές ανατροπές, με τις επιπτώσεις να αναμένεται να διευρυνθούν καθώς εντείνεται η αβεβαιότητα σχετικά με τις εμπορικές πολιτικές των ΗΠΑ.
Οι πρώτες απώλειες
Η ανάλυση του Reuters βασίστηκε σε δηλώσεις, εταιρικές καταθέσεις, απομαγνητοφωνήσεις και δημόσιες αναφορές από 56 επιχειρηματικούς κολοσσούς που ανήκουν στους δείκτες S&P 500, STOXX 600 και Nikkei 225. Οι απώλειες των 34 δισ. δολαρίων αποτελούν μια ελάχιστη προσέγγιση του πραγματικού κόστους, καθώς ο αριθμός δεν περιλαμβάνει τις αλυσιδωτές συνέπειες στην αγορά, στην παραγωγή και στις επενδύσεις.
Ενδεικτικά, ονόματα όπως η Apple, η Ford, η Sony και η Porsche έχουν ανακοινώσει ότι υποχρεώθηκαν να αναπροσαρμόσουν – ή ακόμη και να αναστείλουν – τις προβλέψεις κερδών τους. Η Walmart, μάλιστα, αρνήθηκε να δώσει τριμηνιαία πρόβλεψη, προκαλώντας την έντονη ενόχληση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος αντέδρασε δημόσια. Από τις συνολικά 56 εταιρείες που εξετάστηκαν, 42 έχουν μειώσει τις προβλέψεις τους, ενώ 16 έχουν αποσύρει πλήρως τις εκτιμήσεις τους για το μέλλον.
Η αβεβαιότητα ως εχθρός των επενδύσεων
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όπως σημειώνουν οικονομολόγοι, δεν είναι μόνο οι δασμοί αυτοί καθαυτοί, αλλά η συνεχής και απρόβλεπτη μεταβλητότητα του περιβάλλοντος. Ο καθηγητής Jeffrey Sonnenfeld από το Yale, δήλωσε ότι «το πραγματικό κόστος μπορεί να είναι διπλάσιο ή τριπλάσιο από ό,τι φαίνεται σήμερα, καθώς ακόμη και μεγάλες εταιρείες δηλώνουν ανίκανες να κάνουν ακριβείς προβλέψεις».
Η αβεβαιότητα οδηγεί σε παγωμένες επενδύσεις, αναστολή παραγωγικών σχεδίων, αλλά και σε αλλαγές εφοδιαστικών αλυσίδων. Πολλές επιχειρήσεις επιδιώκουν near-shoring, δηλαδή να φέρουν την παραγωγή πιο κοντά στις αγορές τους, κάτι που μεσοπρόθεσμα ανεβάζει τα κόστη, δημιουργεί εσωτερικές αναταράξεις και επηρεάζει την ανταγωνιστικότητά τους.
Επιθετική ρητορική, ασαφής στρατηγική
Ο Τραμπ έχει υποστηρίξει ότι οι δασμοί είναι εργαλείο για τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος των ΗΠΑ και για να αναγκάσει εταιρείες να επιστρέψουν στην Αμερική, φέρνοντας πίσω θέσεις εργασίας. Επιπλέον, έχει υποστηρίξει ότι οι δασμοί μπορούν να πιέσουν χώρες όπως το Μεξικό να μειώσουν τις ροές μεταναστών και ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ.
Η διοίκηση του Τραμπ επιμένει ότι οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ θα επωμιστούν τελικά το κόστος. Όμως, όπως διαπιστώνει το Reuters, στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο βάρος το πληρώνουν οι αμερικανικές εταιρείες και – τελικά – οι καταναλωτές, που ήδη βλέπουν τις τιμές να αυξάνονται.
Παρότι πρόσφατα υπήρξε παύση των εμπορικών «εχθροπραξιών» μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, και αν και ο Τραμπ εμφανίζεται πιο συγκρατημένος στις απειλές του προς την Ευρώπη, καμία τελική εμπορική συμφωνία δεν έχει ακόμη επιτευχθεί. Ταυτόχρονα, αμερικανικό εμπορικό δικαστήριο μπλόκαρε την έναρξη ισχύος νέων δασμών, προκαλώντας περαιτέρω σύγχυση.
Οι αντιδράσεις των εταιρειών
Η Volvo, που θεωρείται από τις ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες με τη μεγαλύτερη έκθεση στους δασμούς, ανακάλεσε πλήρως τις εκτιμήσεις κερδών της για τα επόμενα δύο έτη. Η United Airlines έδωσε δύο διαφορετικά σενάρια, δηλώνοντας αδυναμία να προβλέψει τη μακροοικονομική κατάσταση το 2025.
Την ίδια ώρα, επιχειρήσεις στον τεχνολογικό κλάδο όπως η Apple και η Sony μεταφέρουν γραμμές παραγωγής εκτός Κίνας, δημιουργώντας τεράστιο κόστος προσαρμογής. Αντίστοιχα, η Porsche αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά εξαγωγές λόγω επιπλέον πιστοποιήσεων που επιβλήθηκαν εξαιτίας των δασμών.
Ένα πολιτικό εργαλείο με αβέβαιη κατάληξη
Ο Τραμπ βλέπει τους δασμούς ως μοχλό πολιτικής πίεσης και οικονομικής επαναφοράς των ΗΠΑ σε μια «μεγάλη και αυτάρκη δύναμη». Ωστόσο, οι παγκόσμιες αγορές ανταποκρίνονται με σύγχυση, τα επενδυτικά σχέδια καθυστερούν και η πιστοληπτική εμπιστοσύνη πλήττεται.
Καθώς οι ΗΠΑ μπαίνουν σε προεκλογική περίοδο, ο Τραμπ φαίνεται διατεθειμένος να επενδύσει ξανά στην τακτική των δασμών για να ενισχύσει το αφήγημά του περί «επιστροφής της Αμερικής στους Αμερικανούς». Όμως, αυτή τη φορά, η επιχειρηματική κοινότητα δείχνει πιο επιφυλακτική, πιο μετρημένη και – κυρίως – πιο πληγωμένη από την πρώτη θητεία.
Η επανάληψη του ίδιου μοντέλου σε μια παγκόσμια οικονομία που προσπαθεί να σταθεροποιηθεί μετά από χρόνια διαταραχών, φαίνεται να εντείνει τις ανασφάλειες. Και αυτό, όσο κι αν δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε πολιτικό κόστος για τον ίδιο τον Τραμπ, είναι ήδη αισθητό στις αγορές, στα εργοστάσια και στα πορτοφόλια των πολιτών.




