Η 25η Μαρτίου πέρασε. Οι σημαίες βγήκαν, τα ποιήματα ειπώθηκαν, οι παρελάσεις ολοκληρώθηκαν, τα stories ανέβηκαν, τα captions έσταξαν εθνική υπερηφάνεια και τώρα η χώρα επιστρέφει σιγά σιγά στην κανονική της κατάσταση: να μην εφαρμόζει σχεδόν τίποτα από όσα ένιωσε.
Του Δημήτρη Δραγώγια
Σε δύο εβδομάδες έρχεται και το Πάσχα, άρα πλησιάζει το επόμενο μεγάλο εθνικό event συγκίνησης. Θα ανάψουμε κεριά, θα μιλήσουμε για φως, θα φωτογραφίσουμε την Ανάσταση, θα ευχηθούμε αγάπη, θα θυμηθούμε γιαγιάδες, χωριά, παιδικά χρόνια, παράδοση, ρίζες. Η Ελλάδα, όταν θέλει, μπορεί να γίνει αριστούχος της συμβολικής ευαισθησίας. Μόνο που συχνά εξαντλείται εκεί.
Αγαπάμε πολύ την πατρίδα όταν είναι εικόνα. Όταν είναι σημαία στο μπαλκόνι, μουσική υπόκρουση, εορταστικό ποστ, λίγη εθνική ανατριχίλα και η σωστή λεζάντα από κάτω. Τη δυσκολευόμαστε περισσότερο όταν είναι πεζοδρόμιο, ουρά, νόμος, δημόσιος χώρος, σεβασμός στον άλλον, στοιχειώδης αυτοσυγκράτηση.
Γιατί είναι εύκολο να γράψεις «περήφανος που είμαι Έλληνας». Πιο δύσκολο είναι να μη διπλοπαρκάρεις πάνω στη διάβαση. Να μην πετάς το σκουπίδι από το αμάξι. Να μη θεωρείς τη φοροδιαφυγή εξυπνάδα, την αγένεια μαγκιά και τον δημόσιο χώρο ουδέτερο οικόπεδο λεηλασίας. Να μη συμπεριφέρεσαι λες και η πατρίδα είναι κάτι ιερό στις επετείους και τελείως αναλώσιμο τη Δευτέρα το πρωί.
Ο ίδιος άνθρωπος που θα συγκινηθεί με την παρέλαση μπορεί λίγες ώρες μετά να βρίσει τον υπάλληλο, να προσπεράσει τον ηλικιωμένο, να φερθεί σαν μικρός τοπικός κατακτητής στο πρώτο φανάρι. Αυτό δεν είναι ακριβώς υποκρισία. Είναι κάτι πιο ελληνικό: η βολική πεποίθηση ότι το συναίσθημα αρκεί για να υποκαταστήσει την ευθύνη. Ότι επειδή ένιωσες κάτι έντονα, έχεις κατά κάποιον τρόπο ξεχρεώσει.
Δεν έχεις.
Το ίδιο κάνουμε και με την πίστη. Μιλάμε για αγάπη, αλλά κυρίως σε εορταστικές δόσεις. Μιλάμε για ταπεινότητα, αρκεί να μη χρειαστεί να τη δοκιμάσουμε στην πράξη. Μιλάμε για φως, αλλά με μια παράξενη επιμονή να κυκλοφορούμε μέσα στο μικρό μας σκοτάδι. Οι μεγάλες λέξεις στην Ελλάδα μοιάζουν λίγο με τα καλά σερβίτσια: βγαίνουν κυρίως στις γιορτές.
Αυτός είναι ο πατριωτισμός της ανάρτησης. Δεν είναι απαραίτητα ψεύτικος. Είναι φτηνός. Δεν απαιτεί θυσία, συνέπεια ή χαρακτήρα. Ζητά μόνο μια σωστή λήψη, λίγη δημόσια συγκίνηση και ένα κείμενο που να μοιάζει με ψυχή.
Αλλά οι χώρες δεν προχωρούν με captions. Ούτε οι κοινωνίες ανασταίνονται με φίλτρα.
Προχωρούν χάρη στους αθόρυβους. Σ’ εκείνους που δεν κορδώνονται για την πατρίδα, αλλά δεν την ξεφτιλίζουν κιόλας. Που δεν διαφημίζουν την πίστη τους, αλλά αφήνουν τη συμπεριφορά τους να μιλήσει. Που δεν περιμένουν εθνική εορτή για να θυμηθούν ότι ανήκουν κάπου.
Κι αν υπάρχει ακόμη ελπίδα για αυτόν τον τόπο, δεν βρίσκεται στα λόγια που φοράει στις γιορτές. Βρίσκεται στους λίγους που τον αγαπούν χωρίς να τον χρησιμοποιούν. Σ’ εκείνους που δεν έχουν ανάγκη να ανεβάσουν την Ελλάδα για να αποδείξουν ότι τη νιώθουν.
Γιατί την κουβαλούν ήδη στον τρόπο τους.
Και η χώρα, αν σωθεί, δεν θα σωθεί από αυτούς που την ποστάρουν.
Θα σωθεί από εκείνους που τη σηκώνουν… Τους αθόρυβους πατριώτες.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA



