Τα παλιά, ευρηματικά συνθήματα αντικαταστάθηκαν από κραυγές, βρισιές και την υπαρξιακή εμμονή με τις καψερές μανάδες των «αντιπάλων» σε ρόλο … εταίρας
Κάποτε τα συνθήματα στα γήπεδα ήταν διαμάντια της ελληνικής λαϊκής ευφυΐας. Ακούγαμε ευρηματικές ατάκες όπως «είναι παρθένα του Ελληνιάδη η χτένα» ή το εμβληματικό σουρεάλ «ω έλατο, ω έλατο γιατί δεν είσαι … πεύκο». Ήταν μια χρυσή εποχή όπου η καζούρα συνοδευόταν από λογοπαίγνια, μια μορφή τέχνης που θύμιζε περισσότερο ποιητική βραδιά παρά βαλκανικό θρίλερ. Σήμερα, όμως; Σήμερα, όλα θυσιάστηκαν στον βωμό του θυμού και της … όπως βγει, ας βγει ύβρης.
Ο θυμός είναι πλέον πανταχού παρών. Από το φανάρι που ο οδηγός μπροστά σου δεν πάτησε αμέσως γκάζι, μέχρι το Facebook, όπου ένα απλό “καλημέρα” μπορεί να προκαλέσει μαζικούς καβγάδες. Στα γήπεδο, ο θυμός κάνει πρωταθλητισμό. Δεν υπάρχει χώρος για δημιουργικότητα, για αστεία που να θυμίζουν τα γυμνασιακά μας χρόνια. Τα παλιά, ευρηματικά συνθήματα αντικαταστάθηκαν από κραυγές, βρισιές και την υπαρξιακή εμμονή με τις καψερές μανάδες των «αντιπάλων» σε ρόλο … εταίρας.
Δεν ξέρεις αν πήγες στο γήπεδο για να δεις αγώνα ή για να ζήσεις μια αναπαράσταση του Mad Max. Εδώ, η έκφραση «κάτω οι μάσκες» δεν είναι σχήμα λόγου· είναι κυριολεκτική. Κάθε εξέδρα μοιάζει με ρινγκ, αλλά αντί για οπαδούς έχεις θυμωμένους ποιητές που έκαναν κοπάνα από τη λογοτεχνία. Το παράδοξο είναι ότι η πλειοδοσία των ύβρεων είναι εξ ορισμού αδύνατο να κατανοηθεί από αυτούς για τους οποίους υποτίθεται ότι προορίζονται. Είτε μπάσκετ, είτε ποδόσφαιρο, ένα αντεθνικό σύνθημα, ή μία ύβρη για μια κάποια μάνα, όπως και να το πάρουμε χρίζει διερμηνείας απευθυνόμενη σε Αμερικανούς, Ευρωπαίους, Αφρικανούς ή Ασιάτες αθλητές. Είναι σα να περπατάς στη ζούγκλα του Γκόμπλιν ξαφνικά και σου έρχεται μια φυλή αυτόχθονων που μιλά την τοπική διάλεκτο: Δεν καταλαβαίνεις γρι, απλώς περιμένεις τον Φρόντο να σε σώσει.
Οι ύβρεις είναι τόσο δημιουργικές όσο ένα πλαστικό καλαμάκι. Πού είναι η εποχή που ακούγαμε ένα «Καρεμπέ σαβου…γάμη»; Σήμερα, όποιος δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι πιο πνευματώδες από το κλασικό «είσαι μαλ…ας», βγαίνει πρώτος σκόρερ στη λίγκα των φωνών.
Η Μόγια Σάρνερ, ψυχοθεραπεύτρια και διάσημη αρθρογράφος του Guardian το ‘γραψε ξεκάθαρα: Δεν θυμώνουμε πάντα για τον λόγο που νομίζουμε. Ποιος θυμώνει για ένα πέναλτι; Όχι! Θυμώνεις γιατί το αφεντικό σου σε στραβοκοίταξε ή γιατί κάποιος σχολίασε την ανάρτησή σου χωρίς emoticon. Και μετά, βρίσκεις μια ομάδα να στηρίξεις και ξεσπάς. Κάποτε, η ομάδα ήταν η διέξοδος· σήμερα είναι το άλλοθι.
Ο χουλιγκανισμός πήρε το όνομά του από τον Πάτρικ Χούλιχαν, έναν Ιρλανδό ταραξία του 19ου αιώνα. Αν ζούσε σήμερα, θα ένιωθε περήφανος που έγινε meme. Πού να ήξερε ότι οι απόγονοί του θα αντικαταστούσαν τις πέτρες με caps lock και τις μάχες με hashtags.
Αλλά, αλήθεια τώρα, πότε έγινε ο χουλιγκανισμός επάγγελμα; Στα νιάτα μας, πήγαινες στο γήπεδο για να φωνάξεις, να κάνεις καζούρα και ίσως να βρεις το θάρρος να κράξεις τον κασιδιάρη βοηθό «επόπτη γερά, κοιμήσου και ονειρέψου πως έβγαλες μαλλιά». Σήμερα, όμως, είσαι μέρος μιας κοινωνίας θυμού όπου ακόμα και το «πάμε μωρή ομαδάρα!» μπορεί να ακουστεί απειλητικό.
Ίσως, τελικά, ο θυμός στα γήπεδα να είναι απλώς μια αντανάκλαση του θυμού στη ζωή μας. Μήπως πρέπει να φέρουμε πίσω τη φαντασία στις εξέδρες; Να κάνουμε εκστρατεία υπέρ της επιστροφής των παλιών συνθημάτων ρε αδερφέ, αφήνοντας στην ησυχία τους τις μανάδες των άλλων που στο κάτω κάτω έχουν άλλες δουλειές από το να ασχοληθούν με το αρχαιότερο των επαγγελμάτων; Ας φέρουμε πίσω την εποχή που ένας «τρελογιατρός», ένα «χόρτο μαγικό» και οπωσδήποτε ένας «Τσέκος αληταράς» ήταν αρκετά για να σου φτιάξουν την ημέρα. Ίσως τότε να κερδίσουμε όχι μόνο αγώνες αλλά και τη χαμένη μας ευρηματικότητα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA




