Κάθε χρόνο, η Κυριακή που προηγείται κατά εννιά εβδομάδες
από το Πάσχα δεν είναι μια συνηθισμένη μέρα για τον Στρατή Αρχοντή.
Αν και έχει φτάσει αισίως τα 80 έτη, εδώ και μισό αιώνα κάθε τέτοια Κυριακή έχει για εκείνον ξεχωριστό βάρος. Είναι η μέρα που αφήνει στην άκρη την καθημερινή ρουτίνα και παραδίδεται στην ανδροπαρέα, στο τραγούδι, στη ρετσίνα και στα εκλεκτά μεζεδάκια.
Ο ίδιος είναι ένας αυθεντικός «λεχρίτης», ιδρυτικό και το αρχαιότερο ενεργό μέλος του «Συλλόγου Λεχριτών Θεσσαλονίκης “Ο Διόνυσος”», ενός συλλόγου που κουβαλά στις πλάτες του όχι μόνο δεκαετίες ιστορίας, αλλά και μια παράδοση που μοιάζει να ξεκινά από τα βάθη της αρχαιότητας. Η Κυριακή του Ασώτου αποτελεί την κορωνίδα της δράσης τους και λειτουργεί ως υπενθύμιση πως η Θεσσαλονίκη δεν χάνει ποτέ την ψυχή του γλεντιού της.
Αν και στο λεξικό το λήμμα «λεχρίτης» παραπέμπει σε υπερβολικά απεριποίητο και ασήμαντο άνθρωπο, τα μέλη του συλλόγου δηλώνουν περήφανα για το όνομά τους και εξηγούν πώς αυτό επικράτησε της άλλης υποψήφιας ονομασίας, που ήταν «οι Μποέμ». «Το 1941-42, στην ταβέρνα του Βαντζάρλα, στην παλιά οδό Νοσοκομείων (σ.σ. σημερινή Γρ. Λαμπράκη), ο αείμνηστος Μιχάλης Κομνηνός, που ήταν ο πρώτος πρόεδρος του -άτυπου τότε- σωματείου, πρότεινε την επισημοποίησή του. Τότε, τα μέλη άρχισαν να επιδίδονται στην εξεύρεση επωνυμίας», δηλώνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Στρατής Αρχοντής.
Τη λύση έδωσε τελικά ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, ο οποίος αποκαλούσε τους θαμώνες «λεχρίτες», όπως λέγεται δηλαδή το σκνιπάκι που γεννιέται, ζει και πεθαίνει στην κάνουλα του βαρελιού, όπου ωριμάζει η ρετσίνα. Έτσι, οι άντρες της παρέας παρομοιάστηκαν με το μικρό αυτό πλάσμα που δεν εγκαταλείπει ποτέ το βαρέλι, όπως ακριβώς κι εκείνοι δεν εγκατέλειπαν ποτέ το γλέντι.
Βέβαια, η ιστορία των Λεχριτών αρχίζει από πολύ παλιά. «Όταν ακόμη υπήρχε ο Σάτυρος ως αρχικωμικός, είχε δημιουργηθεί ένα σωματείο εκείνης της εποχής με γλεντζέδες και γελωτοποιούς, αποτελούμενο από 60 μέλη. Γι’ αυτόν τον λόγο ονομάστηκε “οι 60 Αθηναίοι” και είχε σκοπό να διασκεδάζει και να ψυχαγωγεί όλη την αρχαία Αθήνα», σημειώνει ο κ. Αρχοντής.
Σύμφωνα με την παράδοση, η συντροφιά αυτή δεν έμεινε μόνο στην Αθήνα. «Το 356-355 π.Χ. μεταφέρθηκαν κι εδώ, στη Βόρεια Ελλάδα, στην αυλή του βασιλέα των Μακεδόνων Φιλίππου του Β’, για διασκέδαση των ανακτόρων», λέει, εξηγώντας πώς το πνεύμα της σάτιρας, της χαράς και της παρέας ταξίδεψε μέσα στους αιώνες, ώσπου να ριζώσει στη Θεσσαλονίκη.
Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία των λεχριτών παίρνει πιο σύγχρονη μορφή. «Βετεράνοι, απόμαχοι, καθώς και επιλεκτικά μέλη της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης συναθροίζονταν σε διάφορες ταβερνούλες και, με τη συντροφιά της βαρελίσιας ρετσίνας και εκλεκτών μεζέδων, διασκέδαζαν με τον ιδιαίτερο τρόπο την πολιτική επικαιρότητα», υπογραμμίζει ο αρχαιότερος εν ενεργεία Λεχρίτης.
Η παρέα αυτή μεγάλωσε τα επόμενα χρόνια και πλαισιώθηκε και από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, οι οποίοι μέσα από το γλέντι ήθελαν να ξεχνούν για λίγο τα όσα είχαν περάσει. Την επίσημη υπόστασή του, ωστόσο, ο σύλλογος την πήρε το 1996, με τη σφραγίδα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Σκοπός του ήταν η ανάπτυξη και η διάδοση του πνεύματος αλληλεγγύης, αγάπης και φιλίας μεταξύ των μελών του, αλλά και μελών παρόμοιων συλλόγων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και η διατήρηση των θεσμών, των εθίμων και των παραδόσεων της Θεσσαλονίκης.
Μισό αιώνα Λεχρίτης
Ο Στρατής Αρχοντής γνώρισε νωρίς τους Λεχρίτες, σε ηλικία μόλις 30 ετών, όταν το νεότερο μέλος τους τότε, ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερο από τον ίδιο. Ο άνθρωπος που τον «μύησε» στη συγκεκριμένη ανδροπαρέα ήταν ο αείμνηστος Νίκος Κριάρης, εργαζόμενος στο συγκρότημα Λαμπράκη ως υπεύθυνος διανομής Τύπου. «Μια Κυριακή, με πήγε να πιούμε ένα …καφεδάκι. Όπως αποδείχθηκε, το καφεδάκι ήταν να μπω σε ένα μικρό ισόγειο κατάστημα, γεμάτο βαρέλια. Πάνω στα βαρέλια υπήρχαν λαδόκολλες με διάφορα μεζεδάκια και φυσικά άφθονη ρετσίνα», θυμάται. «Με τα ευτράπελά τους, τα τραγούδια τους και την ευχάριστη συντροφιά τους, κόλλησα κι εγώ μαζί τους. Μου άρεσε το περιβάλλον, μου άρεσε ο τρόπος διασκέδασης και έτσι, αν και μικρός, μπήκα σε αυτή την ευχάριστη παρέα», εξηγεί.
Τα επόμενα χρόνια έδινε σταθερά το «παρών», μέχρι που αποτέλεσε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του επίσημου σωματείου, καθώς εκπλήρωνε τις προϋποθέσεις που ήθελαν να είναι «ένας ευπρεπής, τίμιος και καλός οικογενειάρχης, ανέμελος γλεντζές βέβαια, που αγαπά το καλό κρασί, την καλή παρέα και το παλιό, όμορφο τραγούδι».
Το νεοσύστατο σωματείο καθόρισε την Κυριακή του Ασώτου ως ετήσια ημέρα διονυσιακής γιορτής – ξεφαντώματος, χωρίς την παρουσία γυναικών. «Τις γυναίκες τις αγαπάμε. Αφού αγαπάμε τη ρετσίνα, που είναι θηλυκού γένους, πολύ περισσότερο αγαπάμε τις γυναίκες μας», αναφέρει με χιούμορ, διευκρινίζοντας ότι η δεύτερη μεγάλη δράση του συλλόγου είναι η Τσικνοπέμπτη, οπότε και επιτρέπεται η παρουσία συζύγων και συντρόφων.
Στην έδρα του συλλόγου, που παραμένει ίδια από την ίδρυσή του, στη Δημ. Μητροπούλου 20, στην περιοχή της Μπότσαρη, οι λεχρίτες δεν είναι απλώς μια παρέα που πίνει κρασί. Είναι μια κοινότητα που τραγουδά, συμμετέχει και στηρίζει. «Εκείνο που μας έμεινε περισσότερο μέχρι σήμερα είναι η χορωδία μας, μια αμιγώς ανδρική, πολυφωνική χορωδία περίπου 30 μελών, η οποία συμμετέχει σε κοινωνικές, φιλανθρωπικές και πολιτιστικές εκδηλώσεις και με βασικό ρεπερτόριο τις καντάδες», λέει ο κ. Αρχοντής.
Σήμερα, ο σύλλογος μετρά περίπου 200 μέλη. «Υπήρχαν εποχές που είχαμε ακόμα και 600 εγγεγραμμένα μέλη. Δυστυχώς, όσοι φεύγουν δεν αναπληρώνονται και αυτό είναι η μεγάλη μου ανησυχία για το μέλλον του συλλόγου», αναφέρει με θλίψη, τονίζοντας ότι η περίοδος της Covid αποτέλεσε καθοριστικό σημείο αποδυνάμωσης.
Θυμάται, μάλιστα, πως κάποια χρόνια πριν, έκαναν την παρουσία τους στην πόλη ιδιαίτερα αισθητή. «Ξεκινούσαμε από την Ανατολική Θεσσαλονίκη με ένα παϊτόνι και πηγαίναμε στο κέντρο, στην Πλατεία Αριστοτέλους. Είχαμε ένα καφενεδάκι, προσφέραμε ρετσίνα, σουβλάκι και τραγουδάκι από τη χορωδία μας», λέει με νοσταλγία.
Παρά τις δυσκολίες, την πανδημία και τη μείωση των νέων μελών, ο Στρατής Αρχοντής κρατά μέσα του μια συγκινητική περηφάνια. «Παρόλα αυτά, το γεγονός ότι ακόμη ο Σύλλογος υφίσταται, είναι κάτι που με ικανοποιεί», λέει, υποστηρίζοντας ότι οι Λεχρίτες δεν είναι απλώς ένα ακόμη σωματείο. Είναι ένα κομμάτι της παλιάς Θεσσαλονίκης και μια ζωντανή υπενθύμιση πως η πόλη ξέρει να γελά, να τραγουδά και να στέκεται δίπλα στους ανθρώπους της. Εκτιμά μάλιστα, πως όσο υπάρχουν τέτοιες Κυριακές, με ρετσίνα, καντάδες και καλή παρέα, οι γλεντζέδες αυτοί θα αντέχουν.



