Το πρόσφατο έγκλημα με θύμα οπαδό του ΠΑΟΚ στην Καλαμαριά ερευνάται από τις αρχές σχετικά με τα ειδικότερα χαρακτηριστικά διάπραξης του. Την ίδια στιγμή ανοίγει άλλη μια φορά η συζήτηση για τη μετατόπιση της βίαιης εγκληματικότητας πέρα από τα παραδοσιακά υποτιθέμενα «επικίνδυνα» σημεία της πόλης.
Της Δρ. Μαρία Χρ Αλβανού
Για δεκαετίες επικρατούσε μια αντίληψη που ήθελε το έγκλημα ενηλίκων και την παραβατικότητα ανηλίκων στη Θεσσαλονίκη να έχει την ακόλουθη χωροταξική κατανομή: μικροεγκληματικότητα στο ιστορικό κέντρο, βίαιες μορφές εγκληματικής συμπεριφοράς στη δυτική πλευρά (που για χρόνια θεωρούνταν υποβαθμισμένη). Οι ανατολικές περιοχές αντίθετα κρίνονταν ως σχετικά πιο ασφαλείς. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται ανατροπή αυτής της εικόνας, στην οποία έχει συμβάλει από τη μία πλευρά η ανάπτυξη πολλών περιοχών στη δυτική Θεσσαλονίκη και από την άλλη πλευρά τα περιστατικά βίας σε “καλές” γειτονιές με υψηλό οικονομικό-κοινωνικό προφιλ.
Αρχικά η ίδια η ιδέα οτι η βία περιορίζεται σε “υποβαθμισμένες περιοχές” αντανακλά πρωτίστως στερεοτυπικές κοινωνικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις. Προκύπτουν δε εύλογα κριτικής φύσεως ερωτήματα για το ποιές κοινωνικές δυνάμεις και με βάση ποιά κριτήρια χωρίζουν μια πολή σε “καλές” και “κακές” ζώνες. Οι λεγόμενες «καλές» (άλλως εύπορες) περιοχές της πόλης πάντως δεν ήταν ποτέ απαλλαγμένες από εγκληματικότητα, απλώς διαπράττονταν εκεί διαφορετικού τύπου εγκλήματα (π.χ. ενδοοικογενειακή βία, οικονομικό έγκλημα, εμπόριο και χρήση ακριβών ναρκωτικών ουσιών, βία σε ιδιωτικούς χώρους κλπ.), τα οποία συχνά παραμένουν λιγότερο ορατά και δεν καταγγέλλονται. Επίσης από εγκληματολογική άποψη, είναι γνωστό ότι η εγκληματικότητα (με τις διάφορες μορφές της) δεν παραμένει σταθερή, ούτε περιορίζεται αποκλειστικά και μόνιμα σε συγκεκριμένες ζώνες, αλλά αλλάζει, μετακινείται, επεκτείνεται, και ακολουθεί τις εξελισσόμενες κοινωνικές και πολιτισμικές δυναμικές κάθε εποχής.
Τα εγκληματικά περιστατικά που βλέπουν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα δείχνουν ότι πρέπει να εστιάσουμε στη βία αναλύοντας κοινωνικές συμπεριφορές, ομάδες και ταυτότητες, αποσυνδέοντας την από την στενή, παραδοσιακή αστική γεωγραφία της Θεσσαλονίκης. Είναι σημαντικό να δούμε την ευρύτερη κοινωνική διάσταση, με μοντέλα (συνήθως ανδρικής) συμπεριφοράς που βασίζονται στην επιβολή και την εξουσίαση, με τη βία να θεωρείται αποδεκτό ή συχνά ακόμη και αναμενόμενο μέσο αντίδρασης ή επίλυσης διαφορών, με συγκρουσιακές ταυτότητες και δυναμικές αντιπαράθεσης, που προβάλλονται σχεδόν σε κάθε επίπεδο κοινωνικής ζωής και ενισχύονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Να αντιληφθούμε ότι η ανασφάλεια, οι ποικίλες μορφές οικονομικής και κοινωνικής πίεσης και περιθωριοποίησης (ειδικά όταν αφορούν νέους), η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς (αποτέλεσμα της κρίσης τους) δημιουργούν προϋποθέσεις ευνοικές για το φαινόμενο της βίας.
Η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί εξαίρεση σε μια κατα τα άλλα χωρίς προβλήματα βίας ελληνική κοινωνία. Είναι μια πόλη που εξελίσσεται, όπως όλη η κοινωνία και έχει την αντίστοιχη εγκληματικότητα, με τη μορφή και γεωγραφία που καθορίζουν οι τρεχουσες συνθήκες. Δεν είναι κάποιο αστικό “περιθώριο”, αλλά τα πολλά κέντρα της καθημερινότητας στην πόλη, στα οποία πρέπει να επικεντρωθούμε με μέτρα πρόληψης και αστυνόμευσης. Αυτή η πραγματικότητα αποτελεί προκληση για τις (συχνά υποστελεχωμένες και με διάφορα δομικά προβλήματα λειτουργίας) αρχές ασφάλειας, που καλούνται να προβούν σε άλλου τύπου πλέον χαρτογράφηση και ανάλυση ρίσκου (χωρίς τα παλιά στερεότυπα). Ετσι, χρειάζεται αποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού σε συνδυασμό με επένδυση σε νέες τεχνολογίες που ήδη στο εξωτερικό έχουν βοηθήσει σε επιχειρησιακή ετοιμότητα, άμεση επέμβαση των δυνάμεων ασφαλείας και σε διευκόλυνση της αστυνόμευσης των πόλεων.
- Η Δρ. Μαρία Χρ. Αλβανού είναι εγκληματολόγος, μέλος ερευνητικής ομάδας ITSTIME
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA



