Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης επέβαλε πολυετείς ποινές κάθειρξης σε δύο κληρικούς, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι για υπόθεση απάτης μεγάλης κλίμακας, με συνολική ζημία που υπερβαίνει το 1,5 εκατομμύριο ευρώ.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, το κύκλωμα φέρεται να δραστηριοποιήθηκε από το 2018 έως το 2023, με επίκεντρο τον Ιερό Ναό Κυρίλλου και Μεθοδίου στη Θεσσαλονίκη, όπου αρχιμανδρίτης παρουσίαζε στους πιστούς ότι διεκδικεί τη θέση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, ζητώντας «δωρεές» για την υποστήριξη της υποτιθέμενης εκλογικής διαδικασίας.
Όπως έγινε γνωστό, με τη βοήθεια συνεργού, ο κατηγορούμενος φέρεται να έπειθε πολίτες να καταβάλουν μεγάλα χρηματικά ποσά, με το πρόσχημα ότι θα τους επιστραφούν μετά την εκλογή του σε ανώτατη εκκλησιαστική θέση.
Το δικαστήριο επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης 12,5 ετών τόσο στον 70χρονο αρχιμανδρίτη όσο και στον 63χρονο πρώην ιερέα, χωρίς να τους αναγνωριστούν ελαφρυντικά. Και οι δύο κρίθηκαν ένοχοι για απάτη, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές πράξεις και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, ενώ κατά περίπτωση αντιμετώπισαν κατηγορίες για πλαστογραφία και χρήση πλαστών εγγράφων, καθώς και χρηματική ποινή 20.000 ευρώ έκαστος.
Ο αρχιμανδρίτης παραμένει έγκλειστος στις φυλακές, ενώ για τον πρώην ιερέα το δικαστήριο αποφάσισε την αναστολή εκτέλεσης της ποινής λόγω προβλημάτων υγείας, με αποτέλεσμα την αποφυλάκισή του υπό όρους (εμφάνιση δύο φορές τον μήνα σε αστυνομικό τμήμα και απαγόρευση εξόδου από τη χώρα).
Με την ίδια απόφαση, αθωώθηκαν δύο ακόμη κατηγορούμενοι, ηλικίας 53 και 36 ετών, που περιλαμβάνονταν στην ίδια δικογραφία.
Η υπόθεση ήρθε στο φως μετά από καταγγελίες πιστών, οι οποίοι ανέφεραν ότι πείστηκαν να καταβάλουν χρήματα θεωρώντας πως συμμετείχαν σε μια άτυπη διαδικασία στήριξης για την εκλογή του αρχιμανδρίτη στη θέση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης.
Στο πλαίσιο της απάτης, όπως κατέθεσαν μάρτυρες, χρησιμοποιούνταν ακόμη και πλαστές επιστολές με σφραγίδες θεσμικών φορέων, προκειμένου να ενισχυθεί η αξιοπιστία των ισχυρισμών.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ένας από τους μηνυτές, οι εμπλεκόμενοι τον διαβεβαίωναν ότι τα χρήματα θα επιστραφούν μετά την εκλογή, ενώ σε άλλο σημείο της κατάθεσής του υποστήριξε ότι δεχόταν πιέσεις και υποσχέσεις για μελλοντική αξιοποίησή του σε διοικητική θέση της Μητρόπολης.
Ο πρώην αρχιμανδρίτης δεν παρέστη στη δίκη, ενημερώνοντας με επιστολή του από τη φυλακή, ενώ ο συγκατηγορούμενός του ισχυρίστηκε ότι είχε ρόλο «διεκπεραιωτικό», υποστηρίζοντας πως λειτουργούσε ως μεσολαβητής στη διαχείριση χρημάτων, χωρίς πλήρη γνώση της συνολικής δράσης.
Οι δικαστικές αρχές έκριναν τελικά ότι υπήρχε οργανωμένη μεθόδευση εξαπάτησης με στόχο την απόσπαση μεγάλων χρηματικών ποσών από πιστούς.


