ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Στο επάγγελμα αστυνομικός, στον ελεύθερο του χρόνο… γλύπτης. Ο λόγος για τον Ιωάννη Αστερίου, ο οποίος μετατρέπει παλιοσίδερα σε έργα τέχνης υψηλής αισθητικής. «Στη δουλειά μου τηρείς συγκεκριμένους νόμους, ενώ στην τέχνη απελευθερώνεσαι και εκφράζεις αυτά που νιώθεις», είπε χαρακτηριστικά στην Karfitsa ο κ.Αστερίου.

Από μικρή ηλικία είχε γαλουχηθεί  στις τέχνες, καθώς έφτιαχνε ξυλόγλυπτα με τον μαραγκό παππού του και έβλεπε την μητέρα του να αγιογραφεί. Μετέπειτα διάλεξε το σίδερο ως υλικό και άρχισε να το μορφοποιεί δίνοντας του υπόσταση και οντότητα, αποτυπώνοντας ανθρώπινες φιγούρες. «Παρατηρώ τους ανθρώπους και αποτυπώνω τα συναισθήματα τους. Τα έργα είναι πιο πολύ ανθρωποκεντρικά, αλλά έχουν και πινελιές από το ζωικό βασίλειο και ό,τι έχει σχέση με τη θάλασσα, γιατί έμαθα να ζω με αυτήν όντας γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη».

Ο κ.Αστερίου με τον ιδιοκτήτη της Gallery Chalkos, Κώστα Παρχαρίδη

Δύσκολη υπόθεση η εύρεση των υλικών

Παλιά τρένα μέχρι και ναυάγια καραβιών είναι μερικές από τις… περίεργες, αλλά και δύσβατες τοποθεσίες που χρειάστηκε να φτάσει ο γλύπτης για να βρει κρυμμένα σίδερα και να τα μετατρέψει σε «θησαυρούς». Όπως μας περιέγραψε ο ίδιος: «έχω πάει έως και σε ένα βουνό που ήξερα ότι παλιά υπήρχε εργοστάσιο μεταλλευμάτων. Πήρα ένα φτυάρι και άρχισα να σκάβω ξεθάβοντας παλιά διαβρωμένα σκουριασμένα σίδερα». Παράλληλα, για τον κ.Αστερίου είναι πλέον συνήθεια να περπατά και να κοιτάει κάτω προκειμένου να βρει αντικείμενα, μας περιγράφει ο ίδιος. «Έχω ‘’επιστρατεύσει’’ οικογένεια, φίλους και γνωστούς και όταν βρίσκουν κάποιο σίδερο ή άλλο υλικό μου το δίνουν, αλλά αγοράζω και σίδερα από καταστήματα και παλιατζήδες», πρόσθεσε.

Η έκθεση

Ο ερασιτέχνης γλύπτης πραγματοποίησε την δεύτερη ατομική του έκθεση στην γκαλερί Chalkos, στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του Μαΐου. Τα εκθέματα ξεπέρασαν τα 50 και ήταν έργα που έχουν δημιουργηθεί τα τελευτά τέσσερα χρόνια. Μάλιστα, η έκθεση έγινε πόλος έλξης για τους λάτρεις της γλυπτικής και όχι μόνο. Μέρος των εσόδων θα διατεθεί στο ίδρυμα «Εξοχές Ελληνικής Αστυνομίας».

Σχολιάστε