Υπάρχει μια Θεσσαλονίκη που δεν πληρώνει ενοίκιο.
Δεν ψάχνει πάρκινγκ. Δεν περιμένει έργα να τελειώσουν. Δεν αγχώνεται αν θα βγάλει τον μήνα.
Του Δημήτρη Δραγώγια
Είναι η Θεσσαλονίκη του Instagram.
Εκεί όπου όλα λειτουργούν. Τα ηλιοβασιλέματα είναι στην ώρα τους, τα μαγαζιά είναι πάντα γεμάτα από “ωραίο κόσμο” και η πόλη δείχνει σαν να βρίσκεται σε μια διαρκή φάση αναβάθμισης. Αν την πιστέψεις, ζούμε ήδη σε μια μικρή Βαρκελώνη των Βαλκανίων, με λίγο πιο καλό καφέ.
Η άλλη Θεσσαλονίκη, βέβαια, είναι λίγο πιο δύστροπη.
Είναι αυτή που βλέπει τα ενοίκια να ανεβαίνουν με ρυθμούς τουριστικής επένδυσης και τους μισθούς να παραμένουν σε επίπεδα… αναμνηστικής φωτογραφίας. Είναι η πόλη που συζητά για “ανάπτυξη” μέσα από νέα concepts, την ώρα που οι παλιοί της κάτοικοι ψάχνουν να βρουν αν χωράνε ακόμα σε αυτήν.
Γιατί η ανάπτυξη, όπως φαίνεται, έχει συγκεκριμένη αισθητική.
Έχει brunch, έχει design, έχει storytelling.
Δεν έχει απαραίτητα κοινωνική συνοχή.
Τους τελευταίους μήνες, η Θεσσαλονίκη επανέρχεται δυναμικά στην επικαιρότητα ως success story: τουρισμός που ανεβαίνει, επενδύσεις που έρχονται, περιοχές που “αλλάζουν πρόσωπο”. Το αφήγημα είναι καθαρό, φωτεινό, έτοιμο για share.
Αλλά κάπου ανάμεσα στα reels, λείπει μια μικρή λεπτομέρεια: ποιος τελικά ζει σε αυτή την πόλη;
Γιατί όταν μια πόλη γίνεται προϊόν, κάποιος πάντα πληρώνει το κόστος παραγωγής. Και συνήθως δεν είναι αυτός που την ανεβάζει στο story.
Η Θεσσαλονίκη αρχίζει να μοιάζει με σκηνικό που στήνεται για να φωτογραφηθεί. Οι ίδιοι οι κάτοικοί της λειτουργούν όλο και περισσότερο σαν extras σε μια αφήγηση που δεν έγραψαν οι ίδιοι. Μια αφήγηση που μιλά για “εξωστρέφεια” αλλά σπάνια για το τι μένει μέσα.
Κι εδώ είναι το πιο ενδιαφέρον: Δεν πρόκειται για αποτυχία, αλλά για επιλογή.
Η πόλη δεν “ξέφυγε”. Η πόλη σχεδιάζεται έτσι.
Με έμφαση στην εικόνα, στην κατανάλωση, στη βραχυπρόθεσμη εμπειρία. Με λιγότερη έμφαση στη μόνιμη ζωή. Στο δικαίωμα να ανήκεις, όχι απλώς να επισκέπτεσαι.
Γι’ αυτό και η Θεσσαλονίκη του Instagram είναι τόσο πειστική: είναι η εκδοχή που συμφέρει να φαίνεται.
Και γι’ αυτό η άλλη Θεσσαλονίκη – εκείνη που δεν χωράει σε φίλτρα – γίνεται όλο και πιο αόρατη.
Η κίνηση, τα ενοίκια, οι ανισότητες, η αίσθηση ότι η πόλη “ακριβαίνει” χωρίς να πλουτίζει πραγματικά τους ανθρώπους της. Όλα αυτά δεν είναι photogenic. Άρα δεν υπάρχουν. Ή τουλάχιστον, δεν ανεβαίνουν.
Το ερώτημα δεν είναι αν η Θεσσαλονίκη αλλάζει. Αλλά για ποιον αλλάζει.
Και το πιο ειλικρινές τεστ είναι απλό: Αν αύριο κλείσεις το Instagram, θα θες ακόμα να μείνεις εδώ;
Ή μήπως τελικά, έχουμε αρχίσει να αγαπάμε περισσότερο την εικόνα της πόλης από την ίδια την πόλη;
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA



