ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

 

Της Έλενας Καραβασίλη / Φωτο Σάββας Αυγητίδης 

Τη δεκαετία του ’90 η Θεσσαλονίκη αποτελούσε υπερδύναμη στην παραγωγή και εξαγωγή μακό στην Ευρώπη, με τις μηχανές στις βιοτεχνίες της Βόρειας Ελλάδας να παίρνουν φωτιά. Από το 2000 και μετά, ξεκινάει η κατρακύλα με τα λουκέτα στις επιχειρήσεις να διαδέχονται το ένα το άλλο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, από το 2008 μέχρι σήμερα έχουν διαγραφεί 1.909 επιχειρήσεις και έχουν εγγραφεί 285, με την αντιστοιχία να είναι επτά προς μια, ενώ οι ενεργές επιχειρήσεις ανέρχονται στις 1.100.

«Περίπου 2.000 βιοτεχνίες κλείνουν κάθε χρόνο στο νομό Θεσσαλονίκης. Από τότε που ξεκίνησε η κρίση έχουν χαθεί 10.000 επιχειρήσεις. Η παραγωγή ενδυμάτων και υποδημάτων έχει τελειώσει για τη χώρα. Όμως γι’ αυτό δεν ευθύνεται μόνο η κρίση, αλλά η γενικότερη κατάσταση του φτηνού εισαγόμενου προϊόντος από τη νοτιοανατολική Ασία καθώς και η υψηλή φορολόγηση. Από εκεί που ήταν ένας κλάδος που τροφοδοτούσε ολόκληρη την Ευρώπη… κατέληξε να είναι ένας κλάδος που πλέον δεν υπάρχει», τονίζει στην Karfitsa ο πρόεδρος του ΒΕΘ, Παναγιώτης Παπαδόπουλος.

Κόντρα σε αυτή την αποκαρδιωτική κατάσταση αποφάσισαν να πάνε ο Λάζαρος και ο Βασίλης Καραπαναγιωτίδης. Μεγαλωμένοι μέσα στο χώρο των πωλήσεων, αποφάσισαν να πάρουν το δικό τους ρίσκο και να ξεκινήσουν τη δική τους βιοτεχνία παραγωγής πουκαμίσων. Όταν τα βρήκαν σκούρα… έκλεισαν τη βιοτεχνία και στράφηκαν στο φασόν διατηρώντας έτσι την παράδοση της οικογένειας, το μεράκι αλλά και την αγάπη τους για το ανδρικό πουκάμισο.

Από το εμπόριο στην παραγωγή

«Το 1987 ανοίξαμε μαζί με τον αδερφό μου τη δική μας βιοτεχνία παραγωγής πουκαμίσων στην οδό Κλεισούρας στη Θεσσαλονίκη, έχοντας βέβαια ως στήριγμα το όνομα του πατέρα μας που ήταν χρόνια στην αγορά και ασχολούταν με τη λιανική. Δειλά δειλά αφήσαμε την εμπορία και ξεκινήσαμε την παραγωγή. Τότε υπήρχε πολύ δουλειά. Η δραστηριότητά μας εκτεινόταν από τη μία άκρη της Ελλάδος στην άλλη. Φτάσαμε να δίνουμε ρούχα από την Αλεξανδρούπολη μέχρι την Κρήτη. Καταφέραμε και κάναμε τα «Romeo Barreti» μία εταιρεία ιδιαίτερα δημοφιλή στην αγορά. Βέβαια πλέον, λόγω των επισφαλειών, κοιτάζουμε να δίνουμε σε πελάτες που έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν», λέει στην Karfitsa o Λάζαρος Καραπαναγιωτίδης. Όπως αναφέρει ο ίδιος, ξεκίνησαν χωρίς να έχουν ιδιαίτερες γνώσεις στο κομμάτι της παραγωγής, φροντίζοντας πάντα να ενημερώνονται για τις τάσεις της μόδας, ενώ η ποιότητα του τελικού προϊόντος τους δικαίωσε.

Στροφή σε εταιρίες φασόν

Η οικονομική κρίση τους ανάγκασε να κλείσουν τη βιοτεχνία το 1990 και να στραφούν σε εταιρίες φασόν. Κράτησαν το κομμάτι τις επιλογής άριστης ποιότητας υφασμάτων από την Αυστρία, τη Γερμανία και την Τουρκία, το σχεδιασμό και το κόψιμο των υφασμάτων. «Όταν κάναμε εμείς την παραγωγή, απασχολούσαμε περίπου 15 άτομα. Η κατάσταση όμως μας ανάγκασε να πάμε σε συνεργεία φασόν, γιατί έτσι είναι πιο ελεγχόμενο το κόστος. Όταν έχεις προσωπικό και έχεις να πληρώσεις το μηνιάτικο, δε γνωρίζεις πόσα κομμάτια θα βγούνε και πόσες είναι οι εργατοώρες, οπότε το κόστος ξεφεύγει αρκετά του προϋπολογισμού», εξηγεί ο κ. Καραπαναγιωτίδης.

Ο Βασίλης Καραπαναγιωτίδης είναι αυτός που ασχολείται με τον σχεδιασμό και το κόψιμο των υφασμάτων. «Μία εβδομαδιαία παραγωγή ανέρχεται περίπου στα 150 με 200 ρούχα. Παρότι δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τα εισαγόμενα προϊόντα που είναι κακής ποιότητας, επιλέξαμε να μείνουμε στην παραγωγή ρούχων σε πολύ προσιτές τιμές. Τα σχέδια που παράγουμε είναι δύο, γιατί στο αντρικό πουκάμισο δεν υπάρχουν τόσες επιλογές όπως στο γυναικείο», λέει.

Και στο διαδίκτυο

Ακολουθώντας το ρεύμα της αγοράς και τις νέες συνήθειες του καταναλωτικού κοινού, ο Λάζαρος και ο Βασίλης αποφάσισαν να προχωρήσουν ένα βήμα παρακάτω, ανοίγοντας το δικό τους e-shop. «Προσανατολιζόμαστε στο να κάνουμε ένα άνοιγμα στο διαδίκτυο φτιάχνοντας το δικό μας e-shop. Έχει αλλάξει πλέον η νοοτροπία του καταναλωτή. Η νέα γενιά ψωνίζει πιο εύκολα από το διαδίκτυο. Παλιά ο καταναλωτής ήθελε να πιάσει την ποιότητα, να δει το ύφασμα, να το φορέσει, τώρα έφτασε στο σημείο, με τα δεδομένα που του δίνονται διαδικτυακά (με μεζούρες και μεγέθη) να βλέπει απλώς το ρούχο σε έναν υπολογιστή και να το αγοράζει. Υπάρχουν δικλείδες ασφαλείας και έτσι πλέον μπορεί κάποιος με το πάτημα ενός κουμπιού να αγοράσει ένα πουκάμισο και την επόμενη μέρα να το έχει στο γραφείο του χωρίς να σπαταλάει χρόνο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Λάζαρος Καραπαναγιωτίδης.

lazaros 6

Στόχος το νεανικό κοινό

Το ύφος των ρούχων είναι κλασικομοντέρνο, όμως, όπως εξηγεί ο κ. Καραπαναγιωτίδης, πλέον έχουν αρχίσει να παράγουν και νέα σχέδια σε πιο στενές γραμμές. «Ο νεαρός κόσμος είναι η πιο καταναλωτική μονάδα. Όταν δεν υπάρχουν χρήματα για να καλύψει κανείς τις βασικές του ανάγκες είναι λογικό πως θα στερηθεί από το ρούχο. Μην ξεχνάτε πως ο άντρας είναι ο τελευταίος που θα βγει στην αγορά για να ψωνίσει. Πρώτα θα γίνουν αγορές για το παιδί, μετά για τη γυναίκα και στο τέλος για τον άντρα. Τώρα πληρώνουμε την υπερκατανάλωση του παρελθόντος. Ενώ στη ντουλάπα μπορεί να υπήρχαν 20 πουκάμισα, έβγαινε και έπαιρνε κι άλλα, σήμερα δε θα ψωνίσει και θα βολευτεί με τα ρούχα που έχει», αναφέρει.

Πιθανό αφήνει ο κ. Καραπαναγιωτίδης το ενδεχόμενο να ανοίξουν δικό τους μαγαζί και να επιστρέψουν στη λιανική πώληση. «Παλιά δεν ανοίγαμε δικό μας μαγαζί γιατί είχαμε πολλούς πελάτες στην πόλη της Θεσσαλονίκης και ο ανταγωνισμός ήταν μεγάλος. Τώρα όμως, επειδή έχει συρρικνωθεί η αγορά, κάλλιστα μπορούμε να έχουμε ένα κατάστημα με τα δικά μας πουκάμισα. Ξέρουμε τι ζητάει ο πάγκος. Έχουμε περάσει από τη λιανική και έτσι γνωρίζουμε τι θέλει ο πελάτης καθώς και πώς να προωθήσουμε καλύτερα το προϊόν», συμπληρώνει.

lazaros 8

Το μυστικό της επιτυχίας

Η ποιότητα σε συνάρτηση με την προσιτή τιμή είναι τα στοιχεία που τους κράτησαν στην αγορά. «Σήμερα καταφέραμε να έχουμε πελάτες που ψάχνουν να βρουν τα πουκάμισά μας. Να σας πω πως η γυναίκα είναι αυτή που κάνει την επιλογή στη φίρμα και εκεί δώσαμε και εμείς σημασία. Όταν για παράδειγμα μία γυναίκα δεν παιδεύεται στο σιδέρωμα, μένει απόλυτα ικανοποιημένη και έτσι βγαίνοντας στην αγορά ψάχνει να βρει τη συγκεκριμένη μάρκα». Οι διαπροσωπικές σχέσεις με τους πελάτες, είναι ακόμη ένα στοιχείο που τους έδωσε το δικό τους μερίδιο στην αγορά. «Αναπτύσσουμε φιλικές σχέσεις με τους πελάτες μας. Μπορεί να μην έχει δουλειά, όμως όταν πάμε το δειγματολόγιά μας, σίγουρα θα επιλέξουν αρκετούς κωδικούς επειδή είναι τα δικά μας πουκάμισα. Αυτό είναι μεγάλη υπόθεση. Είμαστε από τους προμηθευτές που δε μένουν τα εμπορεύματα μας στα ράφια και αυτό είναι μεγάλη επιτυχία», σημειώνει ο κ. Καραπαναγιωτίδης.

Η καλή διαχείριση των προηγούμενων χρόνων, είναι ένας άλλος βασικός παράγοντας που τους έκανε να καταφέρουν να αντέξουν στην κρίση και να μη βάλουν λουκέτο. «Αυτή τη στιγμή τρώμε τα λεφτά των παιδιών μας για να στηρίξουμε την επιχείρηση. Έχουμε ένα τεράστιο κομμάτι σε επισφάλειες. *Τα τελευταία 2,5 χρόνια οι σφραγισμένες επιταγές φτάνουν περίπου τα 140.000 ευρώ. Όμως δε χάνουμε την αισιοδοξία μας, έχουμε μάθει να παλεύουμε, γι’ αυτό και συνεχίζουμε να αιμοδοτούμε την επιχείρησή μας. Το εμπόριο μπορεί να αρρωσταίνει, όμως δεν πεθαίνει», καταλήγει ο κ. Καραπαναγιωτίδης.

Οι υγιείς επιχειρήσεις άντεξαν

Οι εταιρίες που έκαναν καλή διαχείριση των οικονομικών τους, χωρίς να κάνουν ανοίγματα στις τράπεζες, είναι και αυτές που άντεξαν στην οικονομική κρίση, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΒΕΘ. «Όσες επιχειρήσεις έκαναν αναδίπλωση των δαπανών τους, κατόρθωσαν να επιβιώσουν και να ατενίζουν σήμερα με αισιοδοξία το μέλλον γιατί έφυγε ένα μεγάλο κομμάτι του κακός εννοούμενου ανταγωνισμού. Έτσι μοιραία, η πίτα μοιράζεται στις υγιείς εταιρίες που ήταν νοικοκυρεμένες. Για αυτό και βλέπουμε να μειώνεται ο αριθμός των εταιριών που κλείνουν», υπογραμμίζει ο κ. Παπαδόπουλος.

«Χτύπημα κάτω από τη μέση»

Ένας κλάδος που περνάει πάρα πολύ δύσκολα και απασχολεί αρκετό κόσμο είναι ο κατασκευαστικός, που στο παρελθόν αποτελούσε την «βαριά παραγωγή» της Βόρειας Ελλάδας. «Τεράστιες μονάδες βιοτεχνικές και εμπορικές οδηγούνται στον αφανισμό. Ένας πυλώνας ανάπτυξης της χώρας ήταν η κατασκευή οικοδομών, ο οποίος τώρα έχει καταρρεύσει παρασύροντας μαζί του πάνω από 150 επαγγέλματα. Θα πρέπει η κυβέρνηση να αναθεωρήσει όσο αφορά στη αυστηρή εφαρμογή του Πόθεν Έσχες, να γίνει επαναπατρισμός των κεφαλαίων, ώστε να πουληθούν τα αδιάθετα διαμερίσματα και να δοθούν κίνητρα για να ανακάμψει ο κλάδος», τονίζει ο κ. Παπαδόπουλος. Όσο αφορά στη δική του επιχείρηση επεξεργασίας γυαλιού, ο ίδιος αναφέρει, «στο παρελθόν απασχολούσαμε 60 άτομα με διπλοβάρδιες και δεν προλαβαίναμε. Πλέον απασχολούμε 30 και δουλεύουμε τέσσερις μέρες αντί για πέντε».

 Εξαγωγές σε χημικά και πλαστικά

Ο κλάδος μεταποίησης χημικών προϊόντων είναι αυτός που άντεξε και αντέχει στην κρίση, με σημαντικά ανοίγματα στο κομμάτι των εξαγωγών. Επίσης ο κλάδος της μεταποίησης πλαστικού ανέβηκε πάρα πολύ, σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, ενώ στον συγκεκριμένο τομέα υπάρχουν σημάδια σημαντικής ανάπτυξης. «Το πλαστικό έχει διεισδύσει στη συσκευασία, έχει εκτοπίσει τις παραδοσιακές μεταλλικές και πηγαίνει καλά, ενώ γίνεται σημαντικός αριθμός εξαγωγών», τονίζει.

Τέλος ένας ακόμη κλάδος στον οποίο παρατηρείται αύξηση είναι αυτός των ξηρών καρπών. «Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο κόσμος περιορίστηκε στο σπίτι του και έτσι αυξήθηκε η κατανάλωση αυτών των ειδών», καταλήγει ο κ. Παπαδόπουλος.

Στο ναδίρ έπιπλα και αυτοκίνητα

Σοβαρότατο πρόβλημα αντιμετωπίζει και ο κλάδος του επίπλου. «Με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων, τα νοικοκυριά πλέον δεν έχουν την ικανότητα να αγοράσουν. Έτσι στρέφονται σε φτηνά και χαμηλής ποιότητας προϊόντα εισαγωγής, τα οποία δεν μπορεί να ανταγωνιστεί ο έλληνας βιοτέχνης», λέει ο κ. Παπαδόπουλος. Την ίδια τύχει φαίνεται να έχει και η αυτοκινητοβιομηχανία, που βέβαια σύμφωνα με τον κ. Παπαδό-

πουλο είναι από αυτούς που θα ανακάμψουν. «Πάνω από 1 εκατομμύριο πινακίδες έχουν παραδοθεί σε όλη την Ελλάδα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ένας κλάδος που δημιουργούσε θέσεις εργασίας, να έχει καταρρεύσει. Δεν είναι μόνο ο τομέας των πωλήσεων αλλά είναι και ο επισκευαστικός κλάδος που έχει τεράστια προβλήματα. Υπάρχουν πολλά οχήματα που είναι χαλασμένα, τρακαρισμένα και οι ιδιοκτήτες τους αδυνατούν να τα επισκευάσουν. Βέβαια σιγά σιγά ο κόσμος θα ξεκινήσει και πάλι να αγοράζει, ενώ όσοι είχαν παραδώσει πινακίδες θα αρχίσουν να τις παίρνουν πίσω».

*Εκ παραδρομής στην έντυπη Karfitsa που κυκλοφόρησε το Σάββατο 22/11/2014 έγινε τυπογραφικό λάθος, όσο αφορά στις επισφάλειες και τις σφραγισμένες επιταγές της επιχείρησης του κ. Καραπαναγιωτίδη, όπου το ποσό ανέρχεται στις 140.000 ευρώ.

Σχολιάστε