04:31, Δευτέρα
23 Μαΐου 2022

Ξενιτεµένοι µε λεφτά αλλά χωρίς… ασφάλεια!

Των Ελ. Καραβασίλη- Β. Στολάκη/ Φωτο Σ. Αυγητίδης 
«Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της», λέει ο θυµόσοφος λαός µε τη συγκεκριµένη «ρήση» να… «περνάει» από γενιά σε γενιά τα τελευταία χρόνια βαθιάς οικονοµικής ύφεσης που βιώνει η χώρα. Σύµφωνα µε τα στοιχεία που δηµοσίευσε πρόσφατα σε έκθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδος, ο αριθµός των µονίµως εξερχόµενων Ελλήνων ηλικίας 15 έως 64 ετών, από το 2008 µέχρι σήµερα, ξεπερνά τις 427.000. Μάλιστα, η αναλογία των νέων- στις πλέον παραγωγικές ηλικίες 25 έως 39 ετών- ξεπερνά το 50% στο σύνολο των εξερχοµένων. Παράλληλα- σύµφωνα µε στοιχεία του υπουργείου Παιδείας- υπολογίζεται ότι µε βάση τις κρατικές και οικογενειακές δαπάνες, ένα πτυχίο στην Ελλάδα µπορεί να κοστίσει περισσότερα από 100.000 ευρώ!
DCIM108GOPRO
Την ίδια ώρα, όπου χιλιάδες νέοι Έλληνες αφήνουν πίσω τους οικογένεια και φίλους για να αναζητήσουν ένα καλύτερο επαγγελµατικό µέλλον, χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν τη µεγαλύτερη απορρόφηση «διαρροής µυαλών» έχουν µπει στο στόχαστρο τροµοκρατικών επιθέσεων. Ένας χρόνος πέρασε από το τροµοκρατικό χτύπηµα στις Βρυξέλλες που στοίχισε της ζωή σε 34 ανθρώπους, το Παρίσι µέτρησε πριν από περίπου ενάµιση χρόνο 153 νεκρούς, ενώ στην Αγγλία η τελευταία τροµοκρατική επίθεση σηµειώθηκε µόλις πριν από λίγες µέρες µε πέντε νεκρούς και περισσότερους από 20 τραυµατίες. Η νέα γενιά του «απόδηµου ελληνισµού» µιλά στην Karfitsa για τους λόγους που την οδήγησε στην ξενιτιά, την καινούρια ζωή αλλά και το κατά πόσο… αισθάνεται ασφαλής.
«Αρκετά χρήµατα Ελλήνων του εξωτερικού επιστρέφουν στη χώρα»
Η Γεωργία Κόνδη ζει στο Παρίσι τα τελευταία 6,5 χρόνια. Έφτασε στην πόλη του Φωτός για µεταπτυχιακές σπουδές Ηλεκτρολόγου Μηχανικού πάνω στα ασύρµατα δίκτυα, µε σκοπό να «βρω πιο εύκολα δουλειά στην Γαλλία. Έχω σπουδάσει ηλεκτρολόγος µηχανικός και µηχανικός υπολογιστών στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και εδώ και έξι χρόνια εργάζοµαι στο χώρο των τηλεπικοινωνιών, ως µηχανικός αρχικά και πλέον ως project µάνατζερ».
f1
Περιγράφοντας την καθηµερινότητά της εκεί, λέει πως υπάρχει ελεύθερος χρόνος µέσα στην εβδοµάδα ώστε να µπορεί να κάνει µπαλέτο, ενώ τα σαββατοκύριακά της είναι πάντα ελεύθερα. «Έχω 45 µέρες κανονική άδεια το χρόνο και στη Γαλλία σέβονται πολύ τις άδειες. Μπορείς να φύγεις σχεδόν όποτε θέλεις για να κάνεις διακοπές, κάτι που δεν ίσχυε όταν δούλευα στην Ελλάδα». Η κ. Κόνδη λέει πως για την ώρα, το ενδεχόµενο να επιστρέψει, δεν υπάρχει. «Δε µε εκφράζει το πολιτικό κλίµα και κυρίως οι συνθήκες εργασίας. Δούλεψα στην Ελλάδα πριν φύγω και µε το πρόσχηµα της κρίσης οι εταιρείες εκµεταλλεύονται τους εργαζόµενους. Επίσης, η υγεία και η εκπαίδευση δεν είναι ικανοποιητικές. Πιστεύω ότι η χώρα έχει κρατήσει όσους µπορούσε και για όσους δεν υπάρχουν θέσεις εργασίας είναι πολύ θετικό να φεύγουν και να ανοίγουν τους ορίζοντες τους. Ίσως, βλέποντας άλλες κουλτούρες να καταλάβουµε τι φταίει µε την δική µας και να γίνουµε σωστότεροι πολίτες, αν µια µέρα η χώρα µας είναι έτοιµη να µας υποδεχτεί πίσω. Επίσης πιστεύω ότι αρκετά χρήµατα Ελλήνων του εξωτερικού επιστρέφουν στη χώρα µέσω διακοπών ή άλλων επενδύσεων και αυτό βοηθάει περισσότερο από το να έµεναν άνεργοι στην Ελλάδα». Αναφορικά µε την ασφάλεια που µπορεί να νιώθει µέσα σε µία χώρα όπου ο στρατός και η αστυνοµία κάνει καθηµερινές… περιπολίες, λέει: «η τροµοκρατία πλέον έχει ενταχθεί στην καθηµερινότητά µας. Αισθάνοµαι λιγότερη ασφάλεια από ότι στην Ελλάδα, στο θέµα της τροµοκρατίας, αλλά η αστυνοµία εδώ είναι πολύ πιο υπεύθυνη και καταρτισµένη. Οι επεµβάσεις τους είναι πολλές φορές εντυπωσιακά αποτελεσµατικές, κάτι που βοηθάει στο αίσθηµα ασφάλειας».
«Έχει εκλείψει η εικόνα του τεµπέλη Έλληνα»
Ο Μ.Π. µένει στη Γερµανία από το 2010. Όπως εξηγεί, συνεργάστηκε επαγγελµατικά µε µια γερµανική εταιρία στην Ελλάδα που σχετίζεται µε τα οικονοµικά και στη συνέχεια του πρότειναν να πάει να δουλέψει γι’ αυτούς από εκεί. Έχοντας εργαστεί και στην Ελλάδα, αναφέρει πως πλέον: «η καθηµερινότητα µου είναι πιο χαλαρή για αρκετούς λόγους. Πρώτον διότι παρά την πίεση που µπορεί να υπάρχει, τα ωράρια τηρούνται. Επίσης, οι συγκοινωνίες λειτουργούν µε αποτέλεσµα να φτάνεις σπίτι σου αρκετά πιο γρήγορα και… ξεκούραστος». Σχετικά µε την άποψη που µπορεί να έχουν οι Γερµανοί για τους Έλληνες λέει: «σίγουρα έχει περάσει κατά κάποιο βαθµό το στερεότυπο του Έλληνα που δεν δουλεύει πολύ, αλλά καθώς τα τελευταία χρόνια έχουν ενταχτεί στο δυναµικό τους πολλοί και άκρως καταρτισµένοι Έλληνες, αυτή η εικόνα -ακόµη και σε επίπεδο χιούµορ- έχει εκλείψει». Περιγράφει πως όσο περνάνε τα χρόνια, το σενάριο να επιστρέψει στην Ελλάδα γίνεται όλο και πιο απίθανο. «Παρά το γεγονός ότι έχω και περιουσία και οικογένεια εκεί. Νοµίζω ότι το πιο δύσκολο κοµµάτι στην προσαρµογή, πέρα από την κίνηση στους δρόµους και εν γένει την ποιότητα ζωής, θα είναι η έλλειψη της επαγγελµατικής ασφάλειας λόγω της αίσθησης της αναξιοκρατίας και της παρεµβατικότητας του κράτους σε όλα τα επίπεδα. Δυστυχώς, λόγω και της ιδιοσυγκρασίας του Έλληνα γονιού, παράγουµε πολύ περισσότερους πτυχιούχους από όσους χρειαζόµαστε και δυστυχώς τους εξάγουµε χωρίς όφελος για τη χώρα. Δεν θα το έβλεπα µεµονωµένα σαν γεγονός αλλά σαν άλλο ένα δείγµα της έλλειψης µακροπρόθεσµου στρατηγικού σχεδιασµού στην Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα και όχι µόνο στον τοµέα της παιδείας».
«Εγκλωβισµένη η νέα γενιά»
Ο Γιάννης Μαστιγόπουλος πήγε πριν από επτά χρόνια στην Αγγλία για σπουδές, πάνω στη µηχανική λογισµικού. Περιγράφει πως τα πρώτα πέντε, δούλευε ως πωλητής προκειµένου να καταφέρει να συντηρηθεί κατά τη φοιτητική του περίοδο.
f2
«Τα τελευταία δυο χρόνια δουλεύω πάνω στο αντικείµενο που σπούδασα, ως Solutions Engineer». Παρόλα αυτά, λέει πως: «σκέφτοµαι συνέχεια την πιθανότητα επιστροφής. Καλώς ή κακώς η ποιότητα ζωής στην Ελλάδα, δεν είναι εύκολο να ξεχαστεί. Ο γυρισµός όµως φαντάζει δύσκολος. Εδώ που ζω τώρα είναι εύκολο να συνεχίσω να χτίζω µια καριέρα και να σχεδιάζω ένα µέλλον µε πιο σταθερές βάσεις. Στην Ελλάδα οι εργασιακές ευκαιρίες είναι πολύ περιορισµένες και οι προοπτικές εξέλιξης πολύ µικρές». Και συµπληρώνει: «η χωρά αυτήν τη στιγµή απωθεί την επιχειρηµατικότητα σε βαθµό κακουργήµατος. Οι κρατήσεις από τα χρεωµένα ασφαλιστικά ταµεία και η πολύ βάρια φορολογία, δηµιουργούν ένα αβάσταχτο οικονοµικό κλίµα που ένας νέος επιχειρηµατίας δεν µπορεί να επωµιστεί ξεκινώντας κάτι καινούργιο. Αυτό δε δίνει τη δυνατότητα σε νέους ανθρώπους να σκέφτονται νέους τρόπους και να εφαρµόζουν νέες ιδέας για να ξεκινήσουν κάτι µε σκοπό την ανάπτυξη της χωράς. Είναι πραγµατικά στενάχωρο το ότι η νέα γένια είναι εγκλωβισµένη να πληρώνει τα οικονοµικά και πολίτικα λάθη προηγούµενων γενεών».
f3
Ο Νικόλας Φωτόπουλος ζει και εργάζεται στην Αγγλία από το 2010. «Στην Αγγλία νοιώθω πολύ πιο ασφαλής. Υπάρχουν περιοχές όπου ο κόσµος βγαίνει, πίνει και πρέπει να προσεχείς. Φυσικά και το Λονδίνο είναι και θα είναι στόχος αλλά τα µέτρα ασφαλείας είναι δρακόντεια», σηµειώνει. Αναφερόµενος στην Ελλάδα, λέει ότι: «είναι ιδανικός προορισµός για διακοπές αλλά δε µπορώ να µε φανταστώ στις ουρές στην εφορία, να κινδυνεύω να µε πατήσουν στο δρόµο, να µε κοιτάνε στραβά στο περίπτερο επειδή δεν έχω ψιλά, µικρά καθηµερινά πράγµατα που αλλάζουν αρκετά τη ζωή σου. Μακάρι η Ελλάδα να ήταν η χώρα που έχω στο µυαλό αλλά δεν είναι κι ούτε θα γίνει όσο ζω εγώ. Πολλοί ήταν αυτοί που είπαν θα κάτσω να παλέψω στην Ελλάδα και θα το έκανα κι εγώ αλλά για κάποιον που πάλεψε για µένα».
f4
Ο Χρύσανθος Χριστοδούλου είναι εικαστικός και πήγε στο Λονδίνο προκειµένου να µπορέσει να αποκατασταθεί επαγγελµατικά. «Το να ζει κάποιος στο Λονδίνο είναι αρκετά δύσκολο. Επίσης, δε µπορεί κανείς να πει µε σιγουριά ότι αισθάνεται ασφαλής σε µια τόσο µεγάλη πόλη, πόσο µάλλον όταν ξέρεις ότι είναι ένας από τους πρώτους στόχους του “τροµοκρατικού κύκλου”. Η αστυνόµευση είναι υψηλή και αποτελεσµατική θα έλεγα, όπως και ο έλεγχος στα αεροδρόµια αρκετά αυστηρός, αλλά προφανώς όπως και η ιστορία η ίδια αποδεικνύει, δεν αρκεί». Ο κ. Χριστοδούλου λέει ότι «σε ένα µέρος του µυαλού µου πάντα υπάρχει το ενδεχόµενο να επιστρέψω στην Ελλάδα. Είµαστε λαός µε πολλές και καλά ριζωµένες συνήθειες, είναι δύσκολο για εµάς να ενταχθούµε σε ένα άλλο περιβάλλον. Προσωπικά είµαι ένα άτοµο που έφυγα σε πολύ µικρή ηλικία για να σπουδάσω στο εξωτερικό µιας και το σύστηµα της Ελλάδας είναι αρκετά σκληρό στον κλάδο µου (καλών τεχνών). Από πάντα η Ελλάδα έχανε φωτεινά µυαλά τα οποία άνθιζαν στο εξωτερικό. Ο συνδυασµός έλλειψης παιδείας, η πτυχιολαγνεία, η ξενολαγνεία και η έλλειψη στήριξης νέων επαγγελµάτων και θέσεων νοµίζω ότι καταλήγουν στο αποτέλεσµα αυτό».
«Έχουν παγιωθεί εικόνες όπως αυτή των ένοπλων στρατιωτών»
Ο Μιχάλης Γουδής είναι δηµοσιογράφος και ζει µόνιµα στις Βρυξέλλες τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Μιλώντας στην Karfitsa υποστηρίζει πως εδώ και ένα χρόνο η παρουσία των στρατιωτών στους δρόµους του… κέντρου λήψης των αποφάσεων είναι µια εικόνα παγιωµένη. Αναφέρει ο κ. Γουδής: «πριν από µερικές ηµέρες οι Βρυξέλλες τίµησαν τη µνήµη των θυµάτων των επιθέσεων της 22ας Μαρτίου. Μέσα σε ένα χρόνο από εκείνο το τρελό ανοιξιάτικο πρωινό του 2016 αρκετά έχουν αλλάξει στην πρωτεύουσα της Ευρώπης. Στην καθηµερινότητα της πόλης έχουν παγιωθεί εικόνες όπως αυτή των στρατιωτών που περιπολούν ένοπλοι στην ευρωπαϊκή συνοικία και όχι µόνο, αφού µπορεί να τους συναντήσει κανείς ακόµη και σε βαγόνια του µετρό. Τα µέτρα ασφαλείας στα ευρωπαϊκά κτίρια και στα γεγονότα που συγκεντρώνουν πολύ κόσµο, όπως σε ποδοσφαιρικούς αγώνες ή συναυλίες, έχουν ενισχυθεί. Στην ειδησεογραφία τείνει να καθιερωθεί µία στήλη για τις αντιτροµοκρατικές επεµβάσεις της αστυνοµίας».
f7
Ο ίδιος συµπληρώνει πως: «οι εκρήξεις στο αεροδρόµιο του Zaventem και στο σταθµό του Maalbeek έθεσαν σε κίνηση ένα εκκρεµές µεταξύ ασφάλειας και ελευθερίας. Ωστόσο η κουλτούρα της «συµβίωσης» και της ζύµωσης των αντιθέσεων που χαρακτηρίζουν την πόλη αποδείχτηκε ανθεκτική παρά και την επίδραση άλλων επιθέσεων που µεσολάβησαν στο Παρίσι, στο Βερολίνο, στη Νίκαια και πιο πρόσφατα στο Λονδίνο. Η ατµόσφαιρα στις Βρυξέλλες σήµερα δεν µπορεί να συγκριθεί µε το κλίµα ανησυχίας και αβεβαιότητας του 2016. Η ζωή µπορεί να άργησε κάπως αλλά δείχνει να ξαναβρήκε τους ρυθµούς της. Και όλοι θέλουµε να ελπίζουµε όχι απλώς µέχρι την επόµενη φορά…», καταλήγει.
Μία «ανάσα» από την τροµοκρατική επίθεση
Η Ηλέκτρα Στεφανάτου είναι φωτογράφος και ζει στο Λονδίνο από το 2009. «Σπούδασα Ιστορία και Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήµιο Θεσσαλονίκης, όµως στην πορεία µε τράβηξε η φωτογραφία και έφυγα για σπουδές στην Αγγλία». Λέει πως ο ελεύθερός της χρόνος είναι µετρηµένος, «δεδοµένου ότι οι ρυθµοί της ζωής είναι γρήγοροι και οι αποστάσεις µεγάλες». Η κ. Στεφανάτου βρέθηκε σχετικά κοντά στο σηµείο όπου έγινε η τελευταία τροµοκρατική επίθεση. «Δε µπορώ να πω ότι νιώθω ασφάλεια γιατί τα πάντα είναι πιθανά µε βάση τα τελευταία δεδοµένα και ανά πάσα στιγµή µπορεί να γίνει κάποιο µεγαλύτερο και πιο οργανωµένο τροµοκρατικό χτύπηµα. Οι αγγλικές αρχές κάνουν βέβαια ότι µπορούν για να το αποτρέψουν».
f5
Περιγράφει πως αφήνει πάντα ανοιχτό το ενδεχόµενο να γυρίσει στην Ελλάδα αλλά «αισθάνοµαι ότι δεν είναι η κατάλληλη χρονική περίοδος. Είναι σίγουρα στενάχωρο το ότι τόσος νέος κόσµος έχει φύγει στο εξωτερικό, όµως η έλλειψη επιλογών στην Ελλάδα δυστυχώς δεν άφησε περιθώρια».