Δύο φορές τον έστειλαν στο Άουσβιτς, δύο φορές ξεγέλασε το xάρο και τη μοίρα

«Μην κάνεις φασαρία. Δεν πρέπει να προκαλέσουμε. Εμείς είμαστε Εβραίοι». Είναι τα λόγια που άκουγε μεγαλώνοντας σ’ ένα σπίτι στην Ευζώνων ο Τζάκο – Ιακώβ Αλγκάβα από τον πατέρα του, Μορδοχάι. Έναν άνθρωπο που έζησε στο πετσί του την κόλαση, αφού επιβιβάστηκε δύο φορές στο τρένο του θανάτου με προορισμό το Άουσβιτς και τελικά κατάφερε να γυρίσει ζωντανός στην πόλη του, τη Θεσσαλονίκη. «Ήταν ένας φόνος που διήρκησε χρόνια. Ο πατέρας μου δε μας μιλούσε ποτέ για το Ολοκαύτωμα, γιατί οι εικόνες και οι μνήμες ήταν πολύ σκληρές», περιγράφει στην Karfitsa ο Ιακώβ Αλγκάβα.

Της Έλενας Καραβασίλη/ [email protected]

«Όταν ήταν 17 χρονών, τον συνέλαβαν μαζί με την αδερφή του και τον έβαλαν στο τρένο για το Άουσβιτς. Ένα τρένο για 40 ανθρώπους, που μέσα είχε 70. Μόλις τους επιβίβασαν, τα δύο αδέρφια χωρίστηκαν. Τότε ο πατέρας μου κατάλαβε πως έπρεπε να το σκάσει. Βρήκε μία τρύπα στο βαγόνι, καθώς αυτό ανέβαινε την ανηφόρα και πετάχτηκε έξω. Έτσι κατάφερε να ξεφύγει και ακολουθώντας τη γραμμή του τρένου και τον Αξιό, μετά από 12 μέρες δρόμου, κατάφερε να επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη», θυμάται ο κ. Αλγκάβα, από τις περιγραφές του πατέρα του. «Έφτασε λοιπόν στον Άγιο Δημήτριο. Εκεί, τον πρόδωσαν και τον έστειλαν στο Μπιρκενάου, όπου έμεινε μέχρι την απελευθέρωση. Δούλευαν νυχθημερόν, κλέβοντας τους Πωλονοεβραίους για να ζήσουν… Να έχουν μία φέτα μουχλιασμένου ψωμιού που άλλοτε ήταν βουτηγμένο στις λάσπες. Και γι’ αυτό ο πατέρας μου δε μίλησε ποτέ. Δεν ήταν όλοι αδελφοποιημένοι εκεί. Τα μάτια του είδαν πολλούς θανάτους, από φυσικά αίτια, από πυροβολισμούς ή ακόμη κι όταν λειτουργούσαν τα κρεματόρια κι έπρεπε να ξεχωρίσουν από τους νεκρούς τα δόντια, τα ρούχα… Όταν λοιπόν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, δεν βρήκε τίποτε. Στο σπίτι του ζούσε πια μια οικογένεια Χριστιανών. Δεν μπορούσα να διεκδικήσει τίποτε. Οι Γερμανοί είχαν κάψει το υποθηκοφυλακείο. Μόνον το εβραϊκό τμήμα», λέει χαρακτηριστικά.

Και συνεχίζει :”Τότε λοιπόν, ξεκίνησε να δουλεύει στα Λεμονάδικα, στη Λαχαναγορά της Αγ. Δημητρίου, που αργότερα πήγε στη Μοδιάνο. Μάλιστα, πριν πεθάνει ο πατέρας μου, είχε ζητήσει να τον περάσουμε με την νεκροφόρα από τα σημεία που σύχναζε… Αυτά ήταν το γήπεδο του Ηρακλή, η Συναγωγή, η Μοδιάνο και το σπίτι μας στην Ευζώνων. Ο πατέρας μου αγαπούσε την πόλη και είχε να πει μόνον καλά λόγια για τους Θεσσαλονικείς, παρότι μας έλεγε “μη μιλάτε είμαστε Εβραίοι”. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι γι’ αυτό που του συνέβη έφταιγαν οι Χριστιανοί Έλληνες». Ο ίδιος λέει χαρακτηριστικά πως «Δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε ο πατέρας μου, μέχρι που πήγα εγώ στο μουσείο του Ολοκαυτώματος στην Ιερουσαλήμ. Σκεφτείτε πως πρόκειται για μία Χώρα όπου έχουν το θάνατο στην πόρτα τους και παρόλα αυτά όταν πήγα τον γιο μου 14χρονών τότε, δεν τον άφησαν να μπει γιατί οι εικόνες είναι πολύ σκληρές και πρέπει να είσαι άνω των 16. Εγώ δε θέλω να διδάξω στα παιδιά αυτές τις εικόνες. Θέλω να τους διδάξω ότι πρέπει ν’ αγαπούν τον γείτονα».

«Δε μπορείς να μνημονεύσεις χωρίς να εκπαιδεύσεις»

Ο κ. Ιακώβ Αλγκάβα, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα είναι ο ha more της εβραϊκής κοινότητας της Λάρισας, έχει δηλαδή έναν θεσμικό ρόλο. Οι κολλητοί του, όπως περιγράφει, είναι Χριστιανοί. Παρόλα αυτά, εξηγεί πως «Είναι πολύ δύσκολο να μεγαλώσεις ως Εβραίος σ’ αυτήν την πόλη. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε να καταλάβουν το Ολοκαύτωμα άνθρωποι που δεν το διδάχτηκαν. Χωρίς να εκπαιδεύσεις και να καλλιεργήσεις τον κόσμο, δε μπορείς να μνημονεύσεις. Απόδειξη, ότι στην πορεία μνήμης ήταν μόλις 300 άτομα όταν η πόλη αυτή έχει πάνω από 1.000.000 κατοίκους. Διότι αυτή η μνήμη, αφορά σε όλους τους πολίτες κι όχι μόνο στους Εβραίους. Άρα κάτι γίνεται λάθος, είτε από τους διοργανωτές, είτε γιατί θέλουμε να δημιουργήσουμε μνήμες χωρίς να υπάρχει υπόβαθρο. Πρώτα απ’ όλα από αυτές τις εκδηλώσεις λείπει η εκκλησία. Στο παρελθόν υπήρχαν ιεράρχες που ήταν μπροστάρηδες. Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης έχει αγκαλιάσει τον εβραϊσμό, αυτό όμως είναι κάτι που από τη μία με χαροποιεί, από την άλλη όμως διχάζει την κοινωνία διότι είναι δήμαρχος όλης της πόλης και ενοχοποιεί μία μη εκπαιδευμένη κοινωνία για το τι έγινε στους Εβραίους. Το καλύτερο λοιπόν θα ήταν να εκπαιδευτεί ο κόσμος για την παρουσία τον Εβραίων. Εδώ δε συμμετέχουν στις παρελάσεις, παρότι πολέμησαν στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εγώ θέλω να δεχτεί ο Έλληνας Χριστιανός ότι υπάρχει και ο Έλληνας Εβραίος. Θέλω να μάθει ο Έλληνας για τον Έλληνα Εβραίο της πόλης του και μετά να κρίνει».