Αρχικά σε περιόδους κρίσης ο νομοθέτης έχει από το Σύνταγμα την δυνατότητα να θεσπίζει, για το δημόσιο καλό, μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών (άρθρα 4παρ5 Σ,αρθρο25 παρ 1 και 4,,αρθρο79παρ1,αρθρο 106παρ1) σεβόμενος την αρχή της αναλογικότητας, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ισότητα στην κατανομή των δημοσίων βαρών σε όλες τις κατηγορίες αυτοαπασχολούμενων (δημόσιο, ιδιωτικό και τομέα των ελεύθερων επαγγελματιών) ισομερώς ώστε να μη επιβαρύνεται περισσότερο από τα μέτρα μια κατηγορία έναντι άλλης που πλεονεκτεί (άρθρο 25 παρ 4Σ), ενώ πρέπει να μέριμνα για την είσπραξη μη καταβληθέντων φορολογικών υποχρεώσεων (ΣτΕ Ολομ. 431/2018, 3372-3373/2015, 2193/2014, 668/2012, Ε.Σ.Ολομ. 7412/2015, 4327/2014).
Της ΤΖΙΝΑΣ ΑΛΕΞΑΚΗ*
Από την άλλη πλευρά υπάρχει ευθεία υποχρέωση του Κράτους προς τους πολίτες να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου που πρέπει να καλύπτουν πλήρως τις ανάγκες διάγνωσης, θεραπείας, τις χειρουργικές επεμβάσεις, τις ανάγκες νοσηλείας των πολιτών(αρθρο5 παρ 5 Σ, άρθρο 21παρ 3Σ,αρθρο22παρ5 Σ,ΣΕ 3802/2014 Ολομ. σκ. 15, 9/2016 7μ. σκ. 4, 2381/2016 σκ. 7),υποχρέωση που υπόκειται σε νομοθετικούς περιορισμούς μονο εφόσον δεν ανατρέπουν το δικαίωμα στην προστασία της υγείας (ΣΕ 3962/2014 Ολομ., 1812/2013).
Οργανώθηκε λοιπόν η παροχή υπηρεσιών υγείας, ρυθμίστηκε το μισθολογικό καθεστώς των γιατρών του Ε.Σ.Υ. και καθορίστηκε ειδικό μισθολόγιο (άρθρο 30 Ν 1397/1983, άρθρα 43-45 Ν3205/2003), αφού ληφθήκαν υπόψη οι συνθήκες άσκησης του ιατρικού έργου, οι ευθύνες από την άσκηση του λειτουργήματος, η σημασία για το κοινωνικό σύνολο, η ανάγκη για διαρκή ενημέρωση και εκπαίδευση του ιατρού, τα περισσότερα χρόνια πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης έναντι άλλων επιστημών, η υποχρέωση να εργάζεται και πέραν του ωραρίου εργασίας, η υποχρεωτική εφημερία του, η απαγόρευση να ασκεί παράλληλα με το Ε.Σ.Υ και ιδιωτικό έργο κλπ. Οπότε έπρεπε να εξασφαλιστεί στο γιατρό του Ε.Σ.Υ. ένα εισόδημα που να τον απαλλάσσει από τις βιοποριστικές ανάγκες, ώστε να αφήνεται απερίσπαστος στην επιτέλεση του έργου του, ο μηνιαίος βασικός μισθός των ιατρών του Ε.Σ.Υ που καθορίζεται με βάση το βασικό μισθό του βαθμού του Επιμελητή Β’,(που ορίστηκε σε 1.042 ευρώ) ο οποίος πολλαπλασιάζεται με τους προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 43 του ν. 3205/2003 συντελεστές, για Διευθυντή, Επιμελητή Α’ 1,20, Επιμελητή Β’ και Επιμελητή Γ’ και ειδικευόμενο 0,70 (που διατηρήθηκαν ίδιοι,αρθρο55 Ν3918/2011)πέραν του βασικού μισθού καταβάλλονται επίδομα χρόνου, μεταπτυχιακών σπουδών, αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια, οικογενειακή παροχή κλπ. Οι περικοπές μνημονιακού χαρακτήρα που έγιναν με τον Ν 4093/2012 αφορούσαν το επίδομα χρόνου υπηρεσίας, το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, το νοσοκομειακό επίδομα, την πάγια αποζημίωση για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, στ) την οικογενειακή παροχή και το επίδομα θέσης ευθύνης.
Με την απόφαση 3/2022 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ο νόμος 4093/2012 κρίθηκε αντισυνταγματικός καθώς ο νομοθέτης:
1)δε στάθμισε εάν το όφελος από τις εν λόγω μειώσεις είναι μεγαλύτερο από τις επιπτώσεις που θα προέκυπταν από αυτές 2)δεν εξέτασε εάν μπορεί να εφαρμόσει αλλά μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος για τη μείωση των δημοσίων δαπανών
3)δεν εξασφάλισε ότι μετά τις νέες μειώσεις οι αποδοχές των ιατρών του Ε.Σ.Υ είναι αντίστοιχες του λειτουργήματος τους και εάν είναι επαρκείς για την αξιοπρεπή διαβίωση τους (αρθρο 5 παρ 5)
Τα δικαστήρια στα οποία είχαν προσφύγει οι γιατροί έχουν επιδικάσει μεικτές μηνιαίες διαφορές περίπου στα 1000 ευρώ, με τα συνολικά ποσά να φθάνουν τις 50.000 ακόμη και τις 60.000 ευρώ αναδρομικά για τους προσφεύγοντες.
Πάντως με τη δικαίωση των προσφευγόντων ιατρών δίνεται το πράσινο φως να διεκδικήσουν αναδρομικά τα περικοπτόμενα ποσά οι κατηγορίες του ειδικού μισθολογίου που υπέστησαν μειώσεις για το διάστημα από το 2017-2021 αρκεί να προσφύγουν πριν από την έκδοση απόφασης του ΣτΕ.
* Η Τζίνα Αλεξάκη είναι δικηγόρος Αθηνών
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA




