Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση τον Ιούλιο αντί για τον Αύγουστο, δηλαδή έναν μήνα νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως, αποτελεί μια σημαντική επιτυχία για το υπουργείο Παιδείας. Στην πράξη έκαναν το αυτονόητο, αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες προς όφελος των υποψηφίων και των οικογένειών τους, δίνοντάς τους ουσιαστικά έναν μήνα περισσότερο ως περιθώριο για να τακτοποιηθούν όσοι πέτυχαν την εισαγωγή τους σε κάποιο εκπαιδευτικό ίδρυμα αλλά και σε όσους δεν πέτυχαν και θα αναζητήσουν μια άλλη επαγγελματική διέξοδο.
Tης ΕΛΛΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων διέλυσε και την επιχειρηματολογία της αντιπολίτευσης ότι με την καθιέρωση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) θα περιοριστεί ο αριθμός των εισακτέων. Το ποσοστό εισαγωγής στα ΑΕΙ αυξήθηκε στο 62,1% έναντι 61,1% το 2021. Αποδείχτηκε ότι η εφαρμογή της ΕΒΕ οδήγησε σε μεγαλύτερη προσπάθεια από την πλευρά των υποψηφίων, με συνέπεια την άνοδο του ποσοστού που εισάγεται στα ΑΕΙ.
Με την εφαρμογή της ΕΒΕ δεν εισάγονται υποψήφιοι με πολύ χαμηλή βαθμολογία. Όσες και όσοι δηλαδή δεν πληρούν τις ελάχιστες ακαδημαϊκές προϋποθέσεις για να ολοκληρώσουν επιτυχώς τις σπουδές τους. Τερματίζεται έτσι μια παθογένεια του εκπαιδευτικού μας συστήματος, που οδηγούσε κάποιους στα ΑΕΙ μόνο και μόνο για να λένε ότι είναι φοιτητές και στην ουσία αποτελούσαν οικονομικό βάρος για τις οικογένειές τους, ενώ και οι ίδιοι στερούνταν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν τον ίδιο χρόνο για την απόκτηση κάποιας ειδικότητας που θα τους ήταν χρήσιμη για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Εδώ βέβαια τίθεται το μέγα πρόβλημα της ελληνικής Παιδείας, που δεν είναι άλλο από την υποβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης τις προηγούμενες δεκαετίες. Κάποτε στην Ελλάδα οι περισσότεροι τεχνίτες αποφοιτούσαν από δημόσιες σχολές που προσέφεραν πραγματική επαγγελματική κατάρτιση στους νέους. Τα δεδομένα βέβαια άλλαξαν. Οι απαιτήσεις της αγοράς είναι αυξημένες. Παλιές σχολές δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν, πρώτον, γιατί δεν εκσυγχρονίστηκαν, αφού το κράτος δεν έδωσε βαρύτητα στη δημόσια επαγγελματική εκπαίδευση, μιας και η παροχή πιστοποίησης είναι ακόμη ζητούμενο για πολλές σχολές στον χώρο, και, δεύτερον, επειδή ενισχύθηκε η κοινωνική αντίληψη ότι επιτυχημένος ήταν μόνο όποιος κατείχε κάποιο χαρτί από ΑΕΙ. Διαπιστωμένο αποτέλεσμα; Να απουσιάζουν από την αγορά πραγματικοί τεχνίτες και όσοι υπήρχαν να ανεβάζουν τα τιμολόγιά τους σε δυσθεώρητα ύψη.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να ενισχύσει τον θεσμό των δημόσιων ΙΕΚ. Από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων προκύπτει ότι το ποσοστό εισαγωγής σε ΔΙΕΚ μέσω παράλληλου μηχανογραφικού αυξήθηκε στο 65,9% έναντι 37,7% το 2021. Προφανώς οι νέοι αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι μέσω της αναβάθμισης της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης ανοίγονται νέοι δρόμοι για επαγγελματική αποκατάσταση με ειδικότητες υψηλής ζήτησης. Ήδη 13.472 υποψήφιοι είναι επιτυχόντες στα δημόσια ΙΕΚ, ενώ περίπου 10.000 επιπλέον θέσεις θα δοθούν για πρόσθετες εγγραφές τον Σεπτέμβριο.
Οι ειδικότητες που προτιμώνται είναι κυρίως οι προγραμματιστές ψηφιακών συστημάτων και ιστοσελίδων, τεχνικοί ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, βοηθοί νοσηλευτών και άλλες που θεωρούνται επαγγέλματα είτε του μέλλοντος είτε κοινωνικής αναγκαιότητας, όπως αυτό του βοηθού νοσηλευτή, για το οποίο η πανδημία έδειξε ότι υπάρχει ανάγκη.
Εκεί που βλέπουμε ότι υπάρχει υστέρηση είναι ο τομέας της αγροτικής εκπαίδευσης, στην οποία η χώρα μας είναι ουραγός στην Ευρώπη. Ο μέσος όρος ειδικευμένων στον πρωτογενή τομέα είναι γύρω στο 50%, με κάποιες χώρες-πρότυπο, όπως η Ολλανδία, να φτάνουν στο 80%, τη στιγμή που στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 8%. Σαφώς γίνεται μια προσπάθεια μέσω της κατάρτισης Νέων Αγροτών, αλλά είναι εμφανές ότι στο διάστημα της τριετίας της ΝΔ δεν έχουν γίνει αποφασιστικά βήματα. Πέρυσι λειτούργησαν 7 δημόσια ΙΕΚ με εξειδίκευση στα αγροτικά, αλλά ο προγραμματισμός από τη νέα περίοδο περίπου ακόμη 20 αγροτικών ΔΙΕΚ σε όλη την Ελλάδα δεν προχώρησε. Γεγονός που ενισχύει την πεποίθηση ότι υπάρχει υστέρηση στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Με δεδομένο ότι ο αγροδιατροφικός τομέας διαδραματίζει και θα διαδραματίσει ακόμη σημαντικότερο ρόλο στη ζωή μας, καθώς η επισιτιστική επάρκεια είναι κυρίαρχος παράγοντας για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, η επιμόρφωση και κατάρτιση των αγροτών μας αποτελεί σημαντικό στοιχείο. Έτσι και ο πρωτογενής τομέας θα εκσυγχρονιστεί και οι παραγωγοί μας από εργάτες γης θα μετασχηματιστούν σε σύγχρονους επαγγελματίες και επιχειρηματίες, εξέλιξη που αποτελεί στόχευση και της κυβέρνησης αλλά και της ηγεσίας των αρμόδιων υπουργείων.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL




