Η αρχή της ισότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του Συντάγματος κατοχυρώνει ότι όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, έχοντας ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις (αρθρο 4 παράγραφος 2 Συντάγματος), ενώ το Κράτος διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στον εντοπισμό ανισοτήτων και στην ολική εξάλειψη τους.
Η αρχή της ισότητας αποτελεί νομικό κανόνα που επιτάσσει να υπάρχει όμοια μεταχείριση ατόμων που βρίσκονται σε όμοιες καταστάσεις, αποκλείοντας έτσι ανισότητες που σχετίζονται είτε με την επιβολή χαριστικού μέτρου προς κάποια άτομα είτε με την αυθαίρετη επιβολή επιβάρυνσης σε άτομα που τελούν υπό ίδιες συνθήκες (απόφαση ΣτΕ 3396/2014).
Τα είδη της αρχής της ισότητας μπορεί να αφορούν την ισότητα πρόσβασης στις δημόσιες υπηρεσίες (άρθρο 4 παρ 4 Σ), τη φορολογική ισότητα(άρθρο 4 παρ 5 Σ), την κοινωνική ισότητα (άρθρο 4 παρ 7 Σ) κ.ο.κ.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που ορίζει ότι το Κράτος πρέπει να μεριμνά ώστε τα άτομα να απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που απορρέουν από τη Σύμβαση ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, θρησκείας, γλώσσας, χρώματος, πολιτικών, κοινωνικών ή εθνικών πεποιθήσεων, πράγμα το οποίο αποτελεί επιταγή προς εφαρμογή και όχι επιλεκτική αρχή.
Φορείς του δικαιώματος της ισότητας είναι όλοι οι Έλληνες πολίτες καθώς και τα ημεδαπά ιδιωτικά νομικά πρόσωπα, ενώ αποδέκτης αυτών των επιταγών είναι η κρατική εξουσία, αφού πρόκειται για ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και όχι ενώπιον άλλων Ελλήνων.
Βάσει της αποφάσεως 1222/1992 του Αρείου Πάγου καθιερώνεται ( εκτός της ισότητας των Ελλήνων απέναντι στο νόμο) και η ισότητα του νόμου έναντι όλων των Ελλήνων, δεσμεύοντας το νομοθέτη να μην αντιμετωπίζει με ανόμοιο τρόπο όμοιες περιπτώσεις εκτός αν πρόκειται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, θεωρώντας ανίσχυρη ως αντισυνταγματική τη διάταξη ή το νόμο που προβλέπει ειδική ρύθμιση για μια κατηγορία προσώπων από την οποία ρύθμιση εξαιρεί άλλη κατηγορία προσώπων αδικαιολόγητα προκαλώντας έτσι δυσμενή διάκριση.
Οι διακρίσεις αυτές μπορεί να είναι άμεσες, δηλαδή άτομα που βρίσκονται σε όμοιες καταστάσεις και χωρίς να υπάρχει ειδική αιτιολογία προς επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου στόχου, δεν τυγχάνουν όμοιας μεταχείρισης λόγω κάποιου ειδικού χαρακτηριστικού που διαθέτουν.
Αναλύοντας τη γενική αρχή της ισότητας συμπεραίνουμε πως αποτελείται από τα εξής είδη:
1. Τυπική (αριθμητική), 2. Ουσιαστική ή αναλογική, 3. Συμπερίληψη, 4. Θετικά μέτρα και αντίστροφη διακριτική μεταχείριση (πχ ποσοστώσεις) και 5. Επεκτατική ισότητα.
Η τυπική ή αριθμητική ισότητα διέπεται από την αρχή πως πρέπει να παρέχονται ίσα μερίδια του προς διανομή αγαθού σε όλους, ανεξαρτήτως των υπόλοιπων χαρακτηριστικών τους. Η αναλογική ή ουσιαστική ισότητα προβλέπει η ποσότητα του διανεμόμενου αγαθού ή βάρους να εκφράζεται από “μια γνησίως αύξουσα συνάρτηση των προσωπικών χαρακτηριστικών που προβλέπει ο κανόνας. Επομένως γίνεται – όμοια μεταχείριση των ομοίων και ανόμοια μεταχείριση των ανομοίων. Αναφορικά με τη συμπερίληψη, σε αυτήν την περίπτωση όσο μεγαλύτερη είναι η ομάδα των ανθρώπων που λαμβάνουν ένα αγαθό τόσο πιο εξισωτικός είναι ο σχετικός διανεμητικός κανόνας. Στα θετικά μέτρα λαμβάνει χώρα λήψη νομοθετικών μέτρων υπέρ συγκεκριμένης κατηγορίας πολιτών που μειονεκτούν έναντι των λοιπών για λόγους ιστορικούς, κοινωνικούς, κ.ο.κ. Τέλος,στην επεκτατική ισότητα γίνεται επεκτατική εφαρμογή μιας ευνοϊκής ρύθμισης και σε όσους παραλείφθηκαν αδικαιολόγητα, προς αποκατάσταση της διαταραχθείσας ισότητας και μόνο για νόμιμες ενέργειες.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ KARFITSA




