«Μια γενιά που μεγαλώνει ανιστόρητη»

Από πιτσιρικάς παρακολουθούσα με προσοχή τις στρατιωτικές παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου με έκσταση και απορία. Έκταση γιατί μία φορά το χρόνο έβλεπα αληθινά Phantom, περίμενα πως και πως την ημέρα γιατί μετρούσα όπως ο παπάς το πρόσφορο τα κομμάτια των συναρμολογούμενων που είχα συλλέξει. Και απορία για την πραγματική ηλικία των απογόνων των Μακεδονομάχων που τιμούσαν τη μνήμη των απογόνων τους συνοδευόμενοι, συνήθως, σε αμαξίδια που τα χειρίζονταν γυναίκες των Σωμάτων του Ερυθρού Σταυρού.
Μεγαλώνοντας κάποιες απορίες λύνονταν, κάποιες πολλαπλασιάζονταν. Ας πούμε διαβάζεις τα μαθητικά βιβλία της ελληνικής ιστορίας αλλά απαντήσεις δεν βρίσκεις. Πόσο καλός ή κακός ήταν ο Μεταξάς; Είπε ή δεν είπε το «Οχι»; «Το είπε ο ελληνικός λαός», ήταν η απάντηση αλλά κάπου το ΄χανα. Όταν έφτασα στα δεκατέσσερα και άρχισα να ξεδιαλύνω πράγματα πέρα από τα επικά εμβατήρια της Βέμπο και τους «ήρωες» του Πανδή, εξακολουθούσα να δυσκολεύομαι να κατανοήσω τι είναι καπιταλισμός, μερκαντιλισμός και φυσιοκρατία: Και τα τρία συνυπήρχαν σε μια σελίδα, θυμάμαι και πολλά – πολλά χρόνια αργότερα ανακάλυψα ότι για καθεμιά ένοια από αυτές, όφειλες να εντρυφήσεις σε διδακτορική διατριβή. Οπότε η επιλογή που είχες, ήταν να το μάθεις «παπαγαλία» ή να πας αδιάβαστος.

Εάν όμως σε άλλες εποχές τα βιβλία προορίζονταν για το χτίσιμο του εθνικού μας μύθου, δηλαδή μιας αφήγησης σύμφωνα με την οποία δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού στους άγριους της Δύσης και ότι ο πολιτισμός μας έχει μια τρισχιλιετή συνέχεια, σήμερα όλα αυτα λαμβάνουν σουεραλιστικό χαρακτήρα, που δε διαφέρει και πολύ από την ασυναρτησία. Αν ρωτήσεις έναν 20άρη τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου η απάντησή του θα σου προκαλέσει αρχικώς μειδίαμα έστω και μια μελαγχολία. Για το Ρούπελ, πιθανώς να ακούσεις ότι πρόκειται για έναν νέο είδωλο της Trap μουσικής, όρκο δεν παίρνω αλλά πάντως, ας μην είμαστε και ισοπεδωτικοί. Σήμερα οι νέοι είναι πιο καταρτισμένοι από τους νέους εκείνης της εποχής. Ίσως αν υπήρχαν social media τότε, να αναδείκνυαν την αγγραματοσύνη μιας γενιάς που είχε ένα αποκλειστικό κοινό αίτημα: Την επιβίωση. Σήμερα η εκπαιδευτική κοινότητα είναι καθολικώς υπεύθυνη για την αποτυχία της εμβάθυνσης στο μάθημα της ιστορίας. Οι μαθητές αδυνατούν να αποκτήσουν γνώση των των ιστορικών περιόδων γύρω από τα περιστατικά, δεν καταλαβαίνουν την ιστορική συνέχεια των γεγονότων. Θυμούνται μόνο μερικά σκόρπια ονόματα και ημερομηνίες, χωρίς να αντιλαμβάνονται την αξία τους στην ιστορική «αλυσίδα» του χρόνου. Όσο ενθαρρύνεται το αξίωμα της μηχανικής αποστήθισης, τόσο δυσκολότερη θα καθίσταται η πραγματική γνώση των σημαντικών γεγονότων που επηρέασαν τη μοίρα τούτου του λαού.
Όσο με κέντριζαν το ενδιαφέρον τα άρματα μάχης και τα μηχανοκίνητα, τόσο με απωθούσαν οι δηλώσεις των πολιτικών. Αν ήθελα να ακούσω επωδούς ότι «οι Ελληνες στα δύσκολα είμαστε ενωμένοι», θα προτιμούσα να ακούσω τη φωνή της αείμνηστης Μαρίας Δημητριάδη «στ’ άρματα, στ’ άρματα εμπρός στον αγώνα» έστω με το γρεζαρισμένο γραμμόφωνο. Θα χειροκροτούσα κάποιον που θα μου έλεγε ότι «οφείλουμε να ξαναασχοληθούμε σοβαρά με το μάθημα της ιστορίας, όχι για να γνωρίζουμε τι ακριβώς γιορτάζουμε στις 28 του Οκτώβρη, αλλά γιατί οφείλουμε να τιμούμε μια μέρα έναρξης ενός πολέμου κι όχι το τέλος αυτού…».

Και στους καθηγητές μας θα πρότεινα αντί να πιέζουν για αποστήθηση περιττών ημερομηνιών, να δίνουν στα παιδιά να διαβάσουν την αφήγηση του αείμνηστου Θρακιώτη πρόσφυγα Θεόδωρου Γιαννακίδη, τελευταίου στρατιώτη της μάχης των Οχυρών, που έφυγε από την ζωή πριν απο δέκα χρόνια στα 92, από το βιβλίο του Ηλία Κοτρίδη «ΡΟΥΠΕΛ: Αναμνήσεις των πρωταγωνιστών». Ίσως τότε να αντιληφθούν τη μεγαλοσύνη ενός λαού που έμαθε να ενώνεται στα δύσκολα… Κι όσο για τα ασήμαντα; Ποιός νοιάζεται…