Αν υπάρχει κάτι στο DNA του Έλληνα, πέρα από την αγάπη για το καλό φαγητό και τις βαθυστόχαστες πολιτικές αναλύσεις στα καφενεία, είναι η έμφυτη ικανότητά του να κατεβαίνει στο πεζοδρόμιο. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ό,τι κι αν συμβαίνει στη χώρα – γλέντι, διαμαρτυρία, παρέλαση ή τσίκνισμα – η λύση είναι μία: κλείνουμε τους δρόμους.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Διαμαρτυρία για την κυβέρνηση; Φυσικά και θα κατεβούμε στην Αριστοτέλους με πανό, ντουντούκες και μερικούς αποφασισμένους συνταξιούχους που δεν αστειεύονται. Αύξηση στα διόδια; Οργανωμένη πορεία. Αύξηση στην τιμή του φραπέ; Εδώ σηκώνουμε ακόμα και οδοφράγματα.
Όμως, η κάθοδός μας στο οδόστρωμα δεν περιορίζεται μόνο στην επανάσταση. Πάρτε, για παράδειγμα, το Pride. Χιλιάδες άνθρωποι πλημμυρίζουν τους δρόμους, γιορτάζοντας τη διαφορετικότητα με χρώματα, μουσική και μια εξαιρετική αίσθηση πάρτι. Και μιας που μιλάμε για πάρτι, δεν μπορούμε να παραλείψουμε την Τσικνοπέμπτη: η μέρα που το πεζοδρόμιο γίνεται προέκταση της ψησταριάς μας, και οι οδηγοί γίνονται ακούσιοι συμμετέχοντες στην καπνιστή πανδαισία της ελληνικής σχάρας.
Η πιο αμήχανη γενιά είναι των νέων. Ανάμεσα σε TikTok challenges και αυθόρμητες καταλήψεις, βγαίνουν στους δρόμους είτε για να διεκδικήσουν δικαιώματα είτε απλώς για να κάνουν… φασαρία. Η ενέργειά τους ξεχειλίζει, αλλά θα μπορούσε να διοχετευτεί και αλλού. Περισσότερη δημιουργικότητα, λιγότεροι καπνοί από καμένα κάδους. Μπερδεμένα τσιτάτα στα social media με μαραθωνίους startups ιδεών. Δύσκολα τα ξεχωρίζεις.
Η ουσία είναι ότι ο Έλληνας δεν μπορεί να μείνει σπίτι του. Το πεζοδρόμιο είναι η σκηνή του, το γλέντι του, η φωνή του. Είτε για να ρίξει ζεϊμπέκικο σε γιορτή πρωταθλήματος είτε για να απαιτήσει την πτώση της κυβέρνησης, ένας δρόμος θα είναι πάντα μπροστά του – έτοιμος να κλείσει.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ KARFITSA




