Ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα, το οποίο αντιμετωπίζεται πολύ συχνά στα πλαίσια ενός ποινικού δικαστηρίου, αποτελεί το εάν και κατά πόσο μπορούν να χρησιμοποιηθούν και να ληφθούν υπ’ όψιν αποδεικτικά μέσα βάσει των οποίων αποδεικνύεται είτε ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος είτε ότι είναι αθώος, έχουν όμως ληφθεί με παράνομο τρόπο και επομένως παραβιάζουν τα προσωπικά δεδομένα.
Της: ΤΖΙΝΑΣ ΑΛΕΞΑΚΗ
Ως προσωπικό δεδομένο θεωρείται κάθε είδους πληροφορία που είναι δεκτική αποτύπωσης και συνδέεται,εξατομικεύει και προσδιορίζει την ταυτότητα ενός συγκεκριμένου υποκειμένου-φυσικού προσώπου. Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θεωρούνται εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ζωήκαι εκείνα που προορίζονται για εξωτερίκευση στη δημόσια σφαίρα(ΣτΕ 1616/2012,ΑΠ 637/2013).
Στη χώρα μας,κυριαρχεί η θεωρία της στάθμισης που δέχεται ότι τα παράνομα αποδεικτικά μέσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να απονεμηθεί δικαιοσύνη και για να προστατευτούν συνταγματικά υπέρτερα έννομα αγαθά(λ.χ. η ανθρώπινη ζωή) σε σχέση με αυτά που προσβάλλονται (πχ το απόρρητο των ιδιωτικών συνομιλιών).
Βάσει του άρθρου 19 Παρ. 3 Συντάγματος απαγορεύεται η χρήση των αποδεικτικών μέσων που αποκτήθηκαν παράνομα. Οι μόνες περιπτώσεις στις οποίες επιτρέπεται είναι:
1)εάν υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας καθείρξεως και έχει εκδοθεί απόφαση δικαστηρίου που αιτιολογεί τους λόγους που επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη το παράνομο αποδεικτικό μέσο για την κήρυξη της ενοχής ή για επιβολή ποινής στον κατηγορούμενο (ΟλΑΠ 1/2001,ΑΠ 711/2011)
2)για τη διαφύλαξη δικαιολογημένου συμφέροντος που δε μπορεί να διαφυλαχτεί με κανέναν άλλο τρόπο
3)βάσει της αρχής της αναλογικότητας υπέρ του κατηγορουμένου όταν τα παρανόμως κτηθέντα αποδεικτικά μέσα αποτελούν το μόνο προτεινόμενο από τον κατηγορούμενο μέσο που μπορεί να επικαλεστεί έτσι ώστε να αποδείξει την αθωότητα του (ΑΠ 653/2013, ΑΠ 840/2011)
Όσον αφορά τη καταγραφή των προφορικών,τηλεφωνικών συνομιλιών και μαγνητοταινιών δεν είναι παράνομη:
α) εάν έχει προηγηθεί άρση του απορρήτου των συνομιλιών, κάτι το οποίο γίνεται με βούλευμα του συμβουλίου εφετών, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα εφετών, εφ’ όσον βέβαια συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι
β) αν αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή όπου έγινε νόμιμα άρση απορρήτου (ΑΠ 1046/2006)
γ)αν αφορούν δημόσιες πράξεις που έχουν καταγραφεί κατά την εκτέλεση υπηρεσιακών καθηκόντων των μελών της διοίκησης ενός ιδρύματος ή Ι.Ν. ως ΝΠΙΔ
δ)αν αφορούν τα εξωτερικά στοιχεία της επικοινωνίας και όχι το περιεχόμενο ε)αν έχει γίνει με συναίνεση του συμμετέχοντος στην επικοινωνία.
Το ΕΔΔΑ με το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ που έχει υπερνομοθετική ισχύ(αρ28παρ1Σ) αναγνωρίζει στον κατηγορούμενο το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και εξετάζει εάν η δίκη είναι δίκαιη στο σύνολο της.Για αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν κατά παράβαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ(με βασανιστήρια και απάνθρωπη,ταπεινωτική μεταχείριση) το ΕΔΔΑ τα τιμωρεί αυστηρά.
Με το άρθρο 65 του Ν4356/2015, αν πρόκειται για κακουργήματα που υπάγονται στην αρμοδιότητα Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος ή Εισαγγελέα Διαφθοράς (κυρίως φορολογικά ή οικονομικά εγκλήματα) επιτρέπεται η αξιοποίηση των μέσων αυτών αρκεί η βλάβη που επήλθε από την αξιοποίησητου μέσου να είναι κατώτερη της βλάβης που επέφερε η αποδεικνυόμενη πράξη,να αποτελεί το μοναδικό αποδεικτικό μέσο για την ανεύρεση της αλήθειας,να μη προσβάλλεται η ανθρώπινη αξία.
Μάλιστα, εφόσον πρόκειται για κακούργημα και η επαπειλούμενη ποινή είναι ισόβια κάθειρξη και ο ποινικός δικαστής αρνηθεί να λάβει υπόψιν τα παράνομα αποδεικτικά μέσα(λαμβανομένης υπόψη της βαρύτητας του εγκλήματος και τηρουμένης της αρχή της αναλογικότητας) αυτό συνιστά λόγο αναίρεσηςτης απόφασης του δικαστηρίου (άρθρο 520 παρ 1β ΚΠΔ).
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA


