Όταν Ρομά εκδηλώνουν παραβατικές πράξεις -σύμφωνα με τα στατιστικά, δεν είναι λίγες- και καταγράφονται στα αστυνομικά συμβάντα, ασχολούμαστε αρνητικά μαζί τους γιατί προκαλούνται αναστάτωση και ανασφάλεια. Όμως, από την άλλη αδιαφορούμε κατά κανόνα ως κοινωνία για τα προβλήματά τους λες και αυτοί δεν είναι συνάνθρωποί μας και τα υποτιμούμε και τα βάζουμε κάτω από το χαλί με αποτέλεσμα συχνά πυκνά να τα βρίσκουμε μπροστά μας…
Παρότι είναι επαρκώς θεατή και όχι αθέατη η γκετοποίηση, ωστόσο δυστυχώς δεν αλλάζει η κατάσταση, καθώς παριστάνουμε ότι δεν τη βλέπουμε ή, στην καλύτερη περίπτωση, διατυπώνουμε ανούσια ευχολόγια. Ο ισχυρισμός ότι ένα μέρος (ενδεχομένως μεγάλο) των Ρομά δεν θέλει να κοινωνικοποιηθεί γιατί έχει γαλουχηθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής είναι μια προσέγγιση που ισχύει.
Αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν θα πρέπει να υπάρξουν οι κατάλληλες εκείνες προϋποθέσεις που θα τους κάνουν να συνειδητοποιήσουν την αδήριτη για τους ίδιους πρώτα απ’ όλα ανάγκη της ομαλής κοινωνικής ένταξής τους, καθώς και να βοηθηθούν για να επιτευχθεί μια τέτοια εξέλιξη ώστε να ξεφύγουν από τον ιδιότυπο αποκλεισμό που και οι ίδιοι δημιουργούν αλλά και εμείς συντηρούμε.
Και όταν μιλάμε για ενσωμάτωση, δεν εννοούμε βέβαια την ισοπέδωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αγνοηθούν, αλλά το αυτονόητο δικαίωμά τους στη στέγαση, στην εκπαίδευση, στην εργασία, στην υγεία, στον σεβασμό.
«Μα δεν θέλουν», λένε κάποιοι, «αφού έχουν συμβιβαστεί με τη μοίρα τους και “βολεύονται” μέσα στη μιζέρια των παραπηγμάτων και σε πολλές περιπτώσεις τής ανομίας». Εδώ είναι το χρέος διαχρονικά της οργανωμένης Πολιτείας και της κοινωνίας που διαθέτει (ή θα όφειλε να διαθέτει) άμεσα ανθρωπιστικά ανακλαστικά να παρέμβει ουσιαστικά, να τους αγκαλιάσει και να τους μεταμορφώσει! Να μη βιώνουν συνθήκες διακρίσεων, διαχωρισμού και αθιγγανοφοβίας, καθώς και πολιτισμικής και κοινωνικής και εργασιακής αποξένωσης.
Η κατάσταση είναι δραματική και αυτό δεν προκύπτει από δικό μας υπερβολικό και αυθαίρετο συμπέρασμα αλλά από επίσημα στοιχεία. Έκθεση-καταπέλτης του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρει πως στην Ελλάδα το 96% των Ρομά ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, ενώ το 81% των γυναικών Ρομά δεν εργάζεται. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και σε άλλα κράτη των Βαλκανίων και της Ευρώπης.
Και όσο θα συντηρείται και θα επεκτείνεται αυτή η θλιβερή η εικόνα, όλο και περισσότερο θα αυξάνεται η εγκληματικότητα, μικρή και μεγάλη. Όσο θα είναι «παραπεταμένοι» τόσο θα εκδηλώνονται ανεξέλεγκτα. Όσο θα νιώθουν ότι τους κρατάμε απομακρυσμένους και απομονωμένους τόσο θα πληγώνονται. Και δεν το αξίζουν αυτό γιατί είναι άτομα με συναισθήματα και αξιοποιήσιμες ικανότητες και δυνατότητες.
Άρα η απάντηση στο ερώτημα αν είναι παραβατικοί ή παραμελημένοι είναι ότι είναι παραβατικοί (μια μερίδα τους τουλάχιστον) γιατί έχουν αφεθεί στην τύχη της, ζουν παρατημένοι. Και δεν είναι στο αίμα τους και στο πετσί τους η παραβατικότητα, όπως υποστηρίζουν άστοχα, κατά τη γνώμη μας, μερικοί, αλλά καλλιεργείται, ενδυναμώνεται και διατηρείται από τις συνθήκες διαβίωσης και επιβίωσής τους, καθώς και από τον τρόπο που αντιμετωπίζονται, ο οποίος σίγουρα δεν είναι ο κατάλληλος.
Η πραγματικότητα είναι ότι ένα κομμάτι από αυτούς δεν δείχνει και ενδιαφέρον να τις αλλάξει και να ξεφύγει από την περιθωριοποίηση γιατί έχει συμβιβαστεί. Τα μέτρα καταστολής, στο πλαίσιο της νομιμότητας πάντα, όταν χρειάζεται να αντιμετωπιστούν εγκληματικές πράξεις είναι απαραίτητα, αλλά δεν αποτελούν λύση.
Οι άνθρωποι αυτοί χρειάζονται παράλληλα ουσιαστική και αληθινή στήριξη όχι με θεωρητικά σχέδια, δηλαδή με εκθέσεις ιδεών, αλλά με μέτρα στοχευμένα και σκοπούμενα για να σπάσει ο αποκλεισμός τους ή, καλύτερα, για να νιώσουν οι ίδιοι ότι δεν τους ωφελεί να παραμένουν γκετοποιημένοι και «παιδιά ενός κατώτερου θεού».
Ήρθε η ώρα -πολύ έχει καθυστερήσει- να ανανεωθούν οι σχέσεις και οι δεσμοί με τους Ρομά με μια καινούργια όψη. Και αυτοί να αλλάξουν νοοτροπία κάνοντας βήματα προς την πρόοδο, αλλά και εμείς να τους βοηθήσουμε σε αυτό και να τους δεχτούμε ανεπιφύλακτα.
Έτσι, αν δεν κατορθωθεί να γεφυρωθούν οι αποστάσεις, τα ρήγματα και οι αντιθέσεις, τουλάχιστον υπάρχει η βάσιμη ελπίδα να αμβλυνθούν. Και να δημιουργηθεί ένας σύνδεσμος που προτού ακόμη αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της μεγάλης εξοικείωσης να είναι σφραγισμένος με την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL




