Θεμιστοκλέους: Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν έχει χτιστεί τείχος ανοσίας

Πάνω από 180.000 πολίτες έχουν ήδη κάνει την τρίτη δόση του εμβολίου κατά του κορωνοϊού και η διαδικασία εξελίσσεται ομαλά, τόνισε ο Μάριος Θεμιστοκλέους Γενικός Γραμματέας Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, μιλώντας στην τηλεόραση του ΣΚΑΪ και την εκπομπή «Αταίριαστοι».

Αυτή τη στιγμή η τρίτη δόση χορηγείται στους άνω των 50 και στα άτομα που ανήκουν στις ομάδες Α και Β με υποκείμενα νοσήματα και έχουν συμπληρώσει έξι μήνες από τη δεύτερη δόση του εμβολίου.

Το επόμενο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τον κ. Θεμιστοκλέους, θα ανοίξουν οι εμβολιασμοί τρίτης δόσης και για τις επόμενες ηλικιακές ομάδες, στις οποίες άλλωστε είναι ελάχιστα τα άτομα που έχουν ήδη κλείσει τους έξι μήνες εμβολιασμού. Ο κ. Θεμιστοκλέους τόνισε ότι δεν χρειάζεται να γίνει μέτρηση αντισωμάτων πριν την επαναληπτική δόση.

Ο Γενικός Γραμματέας ΠΦΥ διαβεβαίωσε τους πολίτες που έχουν εμβολιαστεί με το σκεύασμα της AstraZeneca ότι είναι ασφαλές να λάβουν mRNA εμβόλιο στην τρίτη δόση. Εξήγησε μάλιστα πως ενώ έχουν γίνει μελέτες για πρώτες δόσεις με AstraZeneca και τρίτη με εμβόλιο mRNA, δεν υπάρχει μελέτη για πρώτες δόσεις AstraZeneca και επαναληπτική επίσης με AstraZeneca.

Τι συμβαίνει με το τείχος ανοσίας στην Ελλάδα

Μιλώντας για το λεγόμενο τείχος ανοσίας, ο κ. Θεμιστοκλέους είπε ότι κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν έχει «χτιστεί» ή όχι στη χώρα μας ωστόσο είναι ορατός ο μεγάλος βαθμός επίδρασης του εμβολιασμού στην κοινωνία που είναι ανοιχτή.

«Αν έχει χτιστεί ή όχι το τείχος ανοσίας, δεν μπορεί να το πει κανείς με βεβαιότητα. Εξαρτάται από το αν μπορεί να ελεγχθεί η πανδημία ή όχι. Και μέχρι στιγμής η πανδημία δείχνει να ελέγχεται και βλέπουμε και ένα πολύ μεγάλο βαθμό επίδρασης του εμβολιασμού στον έλεγχο της πανδημίας και η κοινωνία είναι όλη ανοιχτή. Χάρη στον εμβολιασμό συνεχίζουμε να είμαστε ανοιχτοί», τόνισε χαρακτηριστικά.

Ο γγ Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, είπε επίσης ότι ακόμα και τώρα που παρατηρείται επιβράδυνση στο ρυθμό των εμβολιασμών, κλείνονται ραντεβού πρώτης δόσης και ο πληθυσμός αν και πιο αργά, εμβολιάζεται. «Από το μέσο ευρωπαϊκό όρο είμαστε 4% με 5% πίσω. Δεν έχουμε μεγάλη διαφορά», σημείωσε.