, Τρίτη
06 Δεκεμβρίου 2022

Υπερσύγχρονη εφαρμογή ταυτοποίησης δραστών αποκτά η ΕΛΑΣ και στη Θεσσαλονίκη

Νέες υπερσύγχρονες ηλεκτρονικές εφαρμογές αποτελούν τον καλύτερο σύμμαχο των διωκτικών αρχών για την εξιχνίαση εγκλημάτων, καθώς οι αστυνομικοί έχουν πλέον  στα χέρια τους τα απαραίτητα εργαλεία που τους προσφέρει η τεχνολογία για να ανακαλύψουν τους δράστες διάφορων εγκλημάτων.

Ρεπορτάζ: ΔΗΜΗΤΡΑ ΤΣΑΤΣΟΥ

Με τις νέες εφαρμογές στο Τμήμα Οπτικοακουστικού Υλικού, Φωτογραφίας και Μεθοδικοτήτων της Διεύθυνσης  Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας αποκρυπτογραφούνται τα πάντα και λύνονται τα αστυνομικά μυστήρια που οδηγούν στη σύλληψη των δραστών.

Η νέα εφαρμογή ταυτοποίησης προσώπου που λειτουργεί ήδη στην Αθήνα κι  αναμένεται μέσα στο 2023, σύμφωνα με  πληροφορίες της «K» να αποκτήσει και η αστυνομία της Θεσσαλονίκης μπορεί να βρει τον δράστη ενός εγκλήματος, έχοντας μόνο μία φωτογραφία και κανένα άλλο στοιχείο.

Το ειδικό λογισμικό πρόγραμμα  βοηθάει την ΕΛ.ΑΣ έχοντας στη διάθεση της μόνο μία φωτογραφία ενός υπόπτου, η οποία έχει προκύψει είτε από βιντεοληπτικό υλικό από κλειστό κύκλωμα καταγραφής ή από τα  μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή ακόμα κι από κάποιο έγγραφο το οποίο έχει βρεθεί στον τόπο του εγκλήματος, να μπορέσει να καταλήξει και να βρει τον φερόμενο δράστη.

Πώς λειτουργεί όμως η εν λόγω εφαρμογή που βρίσκεται στα εργαστήρια του ελληνικού CSI;

Στο ειδικό λογισμικό πρόγραμμα αναγνώρισης και ταυτοποίησης προσώπων εισάγεται η φωτογραφία που έχουν στη διάθεση τους οι αστυνομικοί. Η  φωτογραφία αυτή βιομετράται και μέσω ενός ειδικού αλγορίθμου παρουσιάζει όλα τα αποτελέσματα  που ταιριάζουν στη βάση των σεσημασμένων κακοποιών που έχει στη διάθεση της η ΕΛ.ΑΣ. Με βάση αυτό, ο εξεταστής καταλήγει μέσω την ένθεσης των φωτογραφιών σε συμπέρασμα, εάν μοιάζει το ύποπτο άτομο για τέλεση κάποιου αδικήματος με κάποιο σεσημασμένο πριν καταλήξουν στον φερόμενο δράστη.

Παράλληλα, η  εφαρμογή δίνει και σκορ επιτυχίας της αναγνώρισης του προσώπου, δηλαδή  πόσο τις εκατό ταιριάζει η φωτογραφία  του υπόπτου, με τη φωτογραφία από τη βάση δεδομένων των σεσημασμένων  της ελληνικής αστυνομίας. Το χρώμα κι απόσταση των µατιών, το χρώμα μαλλιών ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό, είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που καθορίζουν την επιτυχία της αναγνώρισης και ταυτοποίησης του υπόπτου.

Κάθε αλληλεπίδραση που κάνουμε με τον υπολογιστή, το κινητό μας ή ακόμα και στο αυτοκίνητο μας αφήνει ίχνη. Οι έμπειροι αστυνομικοί στο τμήμα Εξέτασης Ψηφιακών Πειστηρίων της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, «σαρώνουν» τα ψηφιακά δεδομένα, απομονώνοντας κάθε ηλεκτρονική συσκευή που αποτελεί μέρος του εγκλήματος, μπορούν να αντλήσουν οποιαδήποτε σημαντική πληροφορία που χρειάζεται και να βγάλουν το αποτέλεσμα που θα οδηγήσει στην εξιχνίαση της υπόθεσης, όσο δύσκολη κι αν είναι.

Στις πηγές αναζήτησης ψηφιακών ιχνών για την εξιχνίαση κάποιου εγκλήματος αποτελούν και  τα αυτοκίνητα. Τα αυτοκίνητα από το 2008 και μετά αποτελούν από μόνα τους έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή, που καταγράφει  κάθε κίνηση και δραστηριότητα που κάνει ο  οδηγός. Μέσω ενός ειδικού εργαλείου οι αστυνομικοί μπορούν να εξάγουν όλα τα δεδομένα και διερευνήσουν τυχόν ύποπτες κινήσεις του  φερόμενου δράστη και δώσουν απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα. 

Η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών αποτελεί αυτοτελή Κεντρική Υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας. Διαθέτει σύγχρονο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό. Έχει ως αποστολή τη διερεύνηση της σκηνής του εγκλήματος, την περισυλλογή και την αξιοποίηση των ιχνών και πειστηρίων με τη χρησιμοποίηση σύγχρονου εξοπλισμού,  τη σύνταξη εκθέσεων εργαστηριακών πραγματογνωμοσυνών και την οργάνωση των εγκληματολογικών αναζητήσεων προς ανακάλυψη καταζητούμενων και την ανεύρεση εξαφανισθέντων ατόμων.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ KARFITSA