Η ασφάλεια σε μια κοινωνία αποτελεί κομβικό ζήτημα. Αφορά στην προστασία βασικών δικαιωμάτων του πολίτη (π.χ. ζωής, περιουσίας), επιτρέπει την ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας και συνδέεται και με την στη πράξη δημοκρατία. Γι’αυτό και τα προβλήματα ασφάλειας θεωρούνται πάντα από τις κυβερνήσεις σημαντικά και συχνά η πολιτική ρητορική εστιάζει στην ανάγκη και τους τρόπους αντιμετώπισης τους.
Γράφει η Δρ. Μαρία Χρ. Αλβανού*
Βασική πρόκληση για την ασφάλεια των πολιτών συνιστά η εγκληματικότητα, όχι μόνο στο απόλυτο μέγεθος της (δηλαδή στον πραγματικό αριθμό των εγκλημάτων που τελούνται, κάτι όμως που δεν μπορεί να καταγράφει επακριβώς επίσημα, γιατί δεν καταγγέλονται όλες οι παράνομες ενέργειες), αλλά και στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της (τί είδους και βαρύτητας άδικες πράξεις τελούνται) και εν τέλει στο αίσθημα ανασφάλειας που δημιουργείται (στοιχείο υποκειμενικό, που συνδέεται με το πώς αντιλαμβάνονται οι πολίτες την όλη κατάσταση, ενώ η αντίληψη αυτή επηρεάζεται και από το πώς τονίζεται ή όχι η εγκληματικότητα από τα ΜΜΕ). Επίσης υπάρχουν και μορφές εγκληματικότητας όπως λ.χ. η τρομοκρατία που απασχολεί η εμφάνιση της ακόμη και με μεμονωμένες επιθέσεις, γιατί έχει ιδιαίτερα δυσμενή επίδραση στη δημόσια τάξη. Επίσης φαινόμενα όπως το οργανωμένο έγκλημα, σε ένα μεγάλο βαθμό στηρίζονται πάνω σε άλλα ζητήματα, όπως η διαφθορά, και έτσι αποκαλύπτουν βαθιές παθογένειες του συστήματος.
Στη χώρα μας έχουμε στατιστική απεικόνιση που προβληματίζει σε διάφορους τύπους εγκλημάτων (π.χ. ενδεικτικά: μορφές ενδοοικογενειακή βίας), η τρομοκρατία παρά την εξάρθρωση βασικών οργανώσεων του παρελθόντος φαίνεται να έχει σταθερή δυναμική επανεμφάνισης κατά διαστήματα, έχουν λάβει χώρα χτυπήματα οργανωμένου εγκλήματος που θυμίζουν τρόπους δράσης που κάποτε βλέπαμε μόνο σε χώρες του εξωτερικού. Επιπλέον η ανήλικη παραβατικότητα απασχολεί όλο και περισσότερο τόσο με τον αριθμό περιστατικών, όσο και με τη βία της. Σε αρκετές περιπτώσεις η αντιμετώπιση της εγκληματικότητας έχει γίνει από την ελληνική πολιτεία με την αυστηροποίηση των ποινών που προβλέπονται στη νομοθεσία. Αυτή είναι μια προσέγγιση που εκφράζει την απαξία που πρέπει να έχουν συγκεκριμένες πράξεις στην κοινωνία (και αυτό είναι σημαντικό θεωρητικά, με την έννοια ότι δηλώνεται απερίφραστα η μή ανοχή του εγκλήματος σε συμβολικό επίπεδο), όμως δυστυχώς για όσους προσπαθούν να αντιμετωπίσουν με αυτόν τον τρόπο το έγκλημα, πρόκειται για μια μέθοδο ανεπαρκή και με πολλά προβλήματα. Καμία επιστημονική θέση και έρευνα δεν έχει επιβεβαιώσει ότι η στείρα αύξηση της ποινής μειώνει το έγκλημα, ειδικά όταν για κάθε τυπολογία του ισχύουν όροι και λόγοι πολύ διαφορετικοί.
Σε χώρες που θεωρείται ότι υπάρχει επιτυχής χειρισμός του προβλήματος, θα δούμε σταθερή επένδυση σε μέτρα πρόληψης και επανένταξης, σε καλλιέργεια συνθηκών αποκλιμάκωσης συγκρούσεων και δημιουργίας δυνατών δεσμών στην κοινότητα. Έτι, σε επιχειρησιακό επίπεδο γίνεται εντατική προσπάθεια αξιοποίησης πληροφοριών, χαρτογράφησης και αξιολόγησης πιθανών απειλών-στόχων, λειτουργικής αστυνομικής παρουσίας και φύλαξης και έγκαιρης επέμβασης των αρχών. Και όλα τα παραπάνω, γιατί απλά η επιβολή μιας αυστηρής ποινής, όπως αποδεικνύεται σταθερά από έρευνες, δεν έχει την εγκληματοπροληπτική δράση που νομίζουν όσοι την προβάλλουν ως απάντηση, και κυρίως δεν διορθώνει την προσβολή του εννόμου αγαθού από τον εγκληματία. Άρα χρειάζεται ή να καλλιεργηθούν συνθήκες κοινωνικές που αποτρέπουν το έγκλημα ή να σταματήσει με την έγκαιρη επέμβαση των αρχών η επιχειρησιακή τροχιά του εγκληματία πριν να καταφέρει να φέρει σε πέρας την ενέργεια του θυματοποιώντας.
Παραδείγματα από την επικαιρότητα στην Ελλάδα που δείχνουν ότι οι αυστηρές ποινές δεν επαρκούν μόνες τους και υπάρχουν κενά στην επιχειρησιακή εντέλει έγκαιρη αντιμετώπιση απειλών ασφάλειας αποτελούν π.χ. η αποστολή εκρηκτικού μηχανισμού στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης, η επίθεση στη Hellenic Trains, η γιάφκα στους Αμπελόκηπους (στην ίδια γειτονιά με το Αστυνομικό Τμήμα και στην περιοχή της ΓΑΔΑ). Η αυστηρότατη ποινική τιμωρία της τρομοκρατίας από μόνη της δεν απέτρεψε, αυτά που μπορούσε να αποτρέψει καλό δίκτυο «intelligence» και ορθή αξιοποίηση και αξιολόγηση της πληροφορίας, χαρτογράφηση πιθανών απειλών με βάση την επικαιρότητα, λειτουργική φύλαξη και αστυνομική παρουσία.




