Γ. Στουρνάρας: Η δυναμική ανάκαμψη της Ελλάδας ανοίγει τον δρόμο για τη συνεχή στήριξη της ΕΚΤ

Πιο γρήγορα από τις προβλέψεις της κυβέρνησης εκτιμάει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ότι θα ανακάμψει η ελληνική οικονομία. Μάλιστα ο Γιάννης Στουρνάρας θεωρεί ότι θα μπορούσε να επιστρέψει φέτος στα προ-κρίσης επίπεδα.

Η ισχυρή ανάκαμψη, σε συνδυασμό με τη δέσμευση της Αθήνας για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, θα ανοίξει το δρόμο για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να συνεχίσει να αγοράζει ελληνικά ομόλογα στο πλαίσιο των αγορών περιουσιακών στοιχείων της ακόμη και μετά τη λήξη του προγράμματος Αγορών Έκτακτης Ανάγκης από την Πανδημία ή PEPP, δήλωσε ο Στουρνάρας στο POLITICO.

Τα σχόλιά του έρχονται λίγο μετά την είδηση για την αναβάθμιση των προβλέψεων της κυβέρνησης για τη ν ανάπτυξη  το 2021 – από 3,6% σε 5,9%.

Ο κ. Στουρνάρας, ωστόσο, εμφανίζεται ακόμα πιο αισιόδοξος, αναφέροντας ότι έρχεται σύντομα «ακόμη υψηλότερη» πρόβλεψη από την κεντρική τράπεζα. «Αναμένω ότι η πρόβλεψή μας θα είναι υψηλότερη από 6 %», είπε, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες. «Στα τέλη του 2021 πιθανότατα θα έχουμε υψηλότερο ΑΕΠ σε σύγκριση με το προ πανδημίας επίπεδα», πρόσθεσε.

Ο διοικητής της ΤτΕ εξέφρασε επίσης την πεποίθηση ότι η χώρα θα διατηρήσει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης στο μέλλον, περίπου «3,5 % κατά μέσο όρο για τα επόμενα 10 χρόνια».

Μια τέτοια σταθερή ανάπτυξη θα προσφέρει κάποια ανάπαυλα για τη χώρα μετά από μια βάναυση ύφεση και τα αυξημένα επίπεδα χρέους που προκάλεσαν την κρίση της ευρωζώνης, αναφέρει το Politico. Όμως ακόμα και όταν το ΑΕΠ φτάσει στα επίπεδα πριν από την πανδημία, θα είναι ακόμα κατά ένα τέταρτο μικρότερο από ό, τι ήταν πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Επιπλέον, η Ελλάδα θα λάβει βοήθεια τα επόμενα χρόνια από περίπου 40 δισεκατομμύρια ευρώ από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία, μαζί με 32 δισεκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο ανάκαμψης της ΕΕ και αυξημένες άμεσες και έμμεσες ξένες επενδύσεις, είπε ο κ. Στουρνάρας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μεγαλύτεροι παράγοντες ανάπτυξης προέρχονται από τις συνεχιζόμενες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις – συμπεριλαμβανομένης της απελευθέρωσης της αγοράς, των ιδιωτικοποιήσεων και περισσότερων επενδύσεων στην εκπαίδευση – καθώς και του ψηφιακού και πράσινου μετασχηματισμού.

Υπό το πρίσμα της ισχυρότερης από την αναμενόμενη ανάπτυξη, ο κ. Στουρνάρας χαιρέτισε τα πρόσφατα ανακοινωθέντα μέτρα στήριξης της ελληνικής κυβέρνησης, τα οποία θα ρίξουν επιπλέον 4,4 δισ. ευρώ στην οικονομία το δεύτερο εξάμηνο του τρέχοντος έτους χάρη στα αυξημένα φορολογικά έσοδα.

Συνολικά, είπε, η ισχυρή ανάπτυξη θα βοηθήσει να μειωθεί το ποσοστό χρέους της χώρας ως προς το ΑΕΠ από λίγο κάτω από το 200 % φέτος στο 187 % το 2022. Μέχρι το 2019, σημείωσε, η Ελλάδα είχε καταφέρει να μειώσει το ποσοστό τους χρέους της ως προς το ΑΕΠ σε περίπου 180% , και το χρέος της θα ήταν ήδη επενδυτικού βαθμού αν δεν ήταν η πανδημία».

ΕΚΤ και αγορές ομολόγων

Δεδομένων των πρόσφατων αναβαθμίσεων της Ελλάδας από οίκους αξιολόγησης Scope και DBRS Morningstar, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι είναι «προσδοκία» του ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει τις αγορές ομολόγων ακόμη και μετά τη φάση του PEPP, συμπεριλαμβάνοντάς τα στο κανονικό της πρόγραμμα APP.

Η αδύναμη πιστοληπτική ικανότητα απέτρεψε την ΕΚΤ να συμπεριλάβει ελληνικά ομόλογα στο μακροχρόνιο πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της, το APP. Αλλά ο Στουρνάρας είπε ότι είναι «προσδοκία» του ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει να αγοράζει το ελληνικό χρέος ακόμη και μετά τη φάση του PEPP, συμπεριλαμβάνοντάς το στο APP.

«Δεν πρόκειται για την ικανότητα της Ελλάδας να εξυπηρετεί το χρέος, αλλά για την ομοιόμορφη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής», είπε, αναφερόμενος στον στόχο της ΕΚΤ να διατηρήσει το κόστος δανεισμού χαμηλό σε όλη την περιοχή μέσω της συνεχούς αγοράς ομολόγων. «Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει περισσότερος κατακερματισμός», πρόσθεσε.

Αναφερόμενος στη νομισματική ένωση, ο κ. Στουρνάρας προειδοποίησε για την υπερβολική εμπιστοσύνη. «Θα ήταν πραγματικά αλαζονικό από την πλευρά μας να δηλώσουμε τη νίκη επί της πανδημίας αυτή τη στιγμή», δήλωσε. «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι πολύ νωρίς για να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με την επέκταση ή μη του PEPP μετά τον Μάρτιο του 2022», εξήγησε.

Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων, η ΕΚΤ θα πρέπει να συνεχίσει να παρέχει σημαντική υποστήριξη ακόμη και μετά το τέλος της κρίσης, δεδομένου ότι οι προβλέψεις για τον πληθωρισμό εξακολουθούν να υποβαθμίζουν τον στόχο του 2 % – βασική μέτρηση για την χαλάρωση της στήριξης. 

«Το APP, για παράδειγμα, μπορεί να χρειαστεί να επαναβαθμονομηθεί», είπε. «Για να αποφευχθεί οποιοδήποτε αναποδιά, το APP θα επωφεληθεί από υψηλότερους όγκους αγορών και από ορισμένα σημαντικά χαρακτηριστικά ευελιξίας του PEPP. Η εμπειρία μας με το PEPP έδειξε ότι με την ευελιξία … επιτύχαμε σημαντικά αποτελέσματα σε σχέση με τον πληθωρισμό και την παραγωγή σε χαμηλότερους όγκους αγορών », σημείωσε.

Πληθωρισμός: Υπάρχει ακόμα «δρόμος» προτού οι αυξήσεις των τιμών εγείρουν ανησυχίες

Ο κ. Στουρνάρας αναγνώρισε επίσης ότι ο πληθωρισμός μπορεί να διατηρηθεί περισσότερο από το αναμενόμενο – και ότι η ΕΚΤ ίσως χρειαστεί να αναβαθμίσει τις προοπτικές πληθωρισμού. Αλλά αυτό δεν θα πρέπει να αναγκάσει την ΕΚΤ να αλλάξει πορεία από την εξαιρετικά χαλαρή πολιτική της, υπογραμμίζει. «Δεχτήκαμε ότι υπάρχει ένας ανοδικός κίνδυνος όσον αφορά τον πληθωρισμό», δήλωσε ο κ. Στουρνάρας. «Στο παρελθόν, ωστόσο, είχαμε προβλέψει τον πληθωρισμό [στην υψηλότερη πλευρά], αναμένοντας ότι θα κινηθεί προς το 2 % μεσοπρόθεσμα», είπε. 

Σε κάθε περίπτωση, οι τρέχουσες προβλέψεις για τον πληθωρισμό δείχνουν ότι ο πληθωρισμός υπονομεύει σημαντικά τον στόχο και βασίζονται στην υπόθεση ότι η νομισματική πολιτική θα παραμείνει ευνοϊκή τα επόμενα χρόνια, είπε. Ακόμη και αν ο πληθωρισμός είναι ελαφρώς ταχύτερος από ό, τι αναμενόταν σήμερα, θα εξακολουθεί να υπολείπεται του στόχου της κεντρικής τράπεζας.

Η προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής πρέπει να επιδεικνύει «υπομονή και επιμονή», όσο οι αγορές και το συναίσθημα των καταναλωτών παραμένουν εύθραυστες και η αβεβαιότητα εξακολουθεί να είναι υψηλή, υποστήριξε. «Κατά τη γνώμη μου, υπάρχει ακόμη κάποιος δρόμος για να αυξηθούν οι πληθωριστικές ανησυχίες», είπε.

Πηγή: naftemporiki.gr