«Διαμεσολάβηση : ένα -πολλά υποσχόμενο- “αστέρι” του δικανικού πολιτισμού μας»

Γράφει η Αφροδίτη Παν. Νέστορα*

Δίνοντας χώρο & χρόνο στο θεσμό της «διαμεσολάβησης», δίνουμε στον εαυτό μας και στον δικανικό πολιτισμό της χώρας μας μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία ανέλιξης & προόδου

Διάσημη, πλέον,  λόγω των πολλαπλών από νομικούς και μη επικλήσεών της, τα τελευταία -2- δυο, τουλάχιστον,  χρόνια,  η έννοια της «διαμεσολάβησης», έκανε την εμφάνιση της, στην ελληνική έννομη τάξη, με το Νόμο 4640/2019, στα πλαίσια, πάντα, εναρμόνισης της χώρας μας με την ευρωπαϊκή οδηγία 2008/52/ΕΚ. Πεδίο εφαρμογής, του, εν λόγω, Νόμου,  οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου για τις οποίες  τα μέρη έχουν την εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς τους, -άρθρο 3 §1 του Ν. 4640/2019-, και συμφωνούν να υπαχθούν στη διαδικασία αυτή. Ενδεικτικά, τέτοιες διαφορές μπορεί να είναι οικογενειακές –εξαιρουμένων, μεταξύ άλλων, των διαζυγίων και υποθέσεων ακύρωσης γάμου-, διαφορές από σχέσεις οροφοκτησίας, εργατικές διαφορές, κληρονομικές διαφορές, υποθέσεις αστικής ιατρικής ευθύνης, αγωγές χρέους, αγωγές αποζημιώσεως από τροχαία ατυχήματα και πολλές άλλες. Σκοπός του νέου αυτού θεσμού υπήρξε,  αφενός, μεν,  η  αποσυμφόρηση των ελληνικών δικαστηρίων –τα οποία περιήλθαν τα τελευταία χρόνια αναρίθμητων  υποθέσεων-,  αφετέρου, δε,  η εξεύρεση γρηγορότερων, αμοιβαία αποδεκτών και λιγότερο δαπανηρών λύσεων μεταξύ των μερών.

Ο ορισμός της διαμεσολάβησης σύντομος και περιεκτικός συνοψίζεται στα εξής : «Η διαμεσολάβηση είναι μια πλήρως διαρθρωμένη μέθοδος εξωδικαστικής επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, στην οποία τα μέρη, με τη βοήθεια και συνδρομή του διαμεσολαβητή, δηλαδή, ενός τρίτου, ανεξάρτητου και ουδέτερου ως προς τα μέρη προσώπου, επιχειρούν να καταλήξουν μέσω της διαπραγμάτευσης μεταξύ τους, σε μία βιώσιμη και αμοιβαία ικανοποιητική διευθέτηση της διαφοράς τους». Ακολουθώντας προηγούμενες -όχι και τόσο, κατά γενική ομολογία,  επιτυχημένες- διαδικασίες εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών,  έρχεται η «διαμεσολάβηση», ως «μάνα εξ ουρανού»,  να φωτίσει και να καθοδηγήσει το δρόμο των πολιτών σε μια γενικότερη και εμπνευσμένη από επιτυχημένα παραδείγματα του εξωτερικού προσπάθεια να μην καταλήξουν οι αστικής φύσεως διαφορές τους στα Δικαστήρια. Απόλυτα εμπιστευτική, μη ερειδόμενη σε στενούς νομικούς κανόνες, εθελοντική, εύπλαστη, ελεγχόμενη -σε  όλα της τα στάδια- από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, με   την καθοδήγηση ανεξάρτητων -μη επωφελούμενων από την εξέλιξη της όλης διαδικασίας- και πλήρως εκπαιδευμένων  από το Υπουργείο Δικαιοσύνης διαμεσολαβητών, ο νεοεισερχόμενος θεσμός της «διαμεσολάβησης» ήρθε για να μείνει.  

Διαπιστωμένα, ωστόσο, υπάρχει από μια μεγάλη μερίδα του κόσμου μια σχετική «προκατάληψη» ως προς το αποτελεσματικό και διαχρονικό αποτέλεσμα της νέας αυτής διαδικασίας. Είναι «κακά τα ψέματα» βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κουλτούρα μια τάση «δικαστηριοποίησης» των αστικών διαφορών μας με απώτερο σκοπό τη δήθεν ικανοποίηση, όχι μόνο των πραγματικών αιτημάτων των πολιτών, αλλά, συχνά, και των ψυχολογικών αναγκών που  οι διαφορές αυτές προκαλούν. Με άλλα λόγια, αν μια διαφορά δεν φτάσει στο ακροατήριο ενός Δικαστηρίου, συχνά νιώθουμε ότι δεν μπορεί να αποδοθεί Δικαιοσύνη. Χρειάζεται χρόνος και «εκπαίδευση συνειδήσεων»,  προκειμένου να πειστεί η πλειοψηφία του κόσμου  για το μεγαλείο της «διαμεσολάβησης», αλλά και για το γεγονός ότι έχουμε πλέον στα χέρια μας ένα ισχυρότατο μέσο να υπερνικήσουμε τους φόβους μας, να επικοινωνήσουμε αληθινά, άμεσα και ανέξοδα τα ζητήματά μας σε έναν ανεξάρτητο τρίτο -όπως είναι ο διαμεσολαβητής, τον οποίο τα μέρη επιλέγουν ελεύθερα- και να βρούμε «λύση» σε αυτά, μέσα από το θεσμό της «διαμεσολάβησης». Στην ιδανική περίπτωση επίτευξης συμφωνίας μέσω της «διαμεσολάβησης», η συμφωνία αυτή μπορεί –με μια απλή κατάθεση στο αρμόδιο Πρωτοδικείο- να περιβληθεί τον τύπο « εκτελεστού τίτλου», γεγονός που δίδει στο θεσμό ακόμη μεγαλύτερα εχέγγυα επιτυχίας.

 Για να δούμε μπροστά στα μάτια μας μια ολόκληρη κουλτούρα απονομής Δικαιοσύνης να αλλάζει, και ένα νέο κόσμο επίλυσης διαφορών να «γεννιέται»,  οφείλουμε να δείξουμε «εμπιστοσύνη» στο νέο αυτό θεσμό και στους κοινωνούς του και να μην προτρέχουμε να «απορρίψουμε άκριτα» ή απλά να προσπεράσουμε το «τυπικό» της όλης διαδικασίας . Η επιτυχία, βέβαια, του θεσμού εναπόκειται, πέραν όλων των άλλων, και στη γενικότερη θετική στάση ημών των δικηγόρων απέναντι σε αυτόν, καθώς είμαστε αυτοί που αρχικώς βρισκόμαστε στο μεταίχμιο της μεταβατικής αυτής περιόδου αλλαγής στο χαρακτήρα διευθέτησης των διαφορών και είναι σκόπιμο  να αντιληφθούμε σύντομα  ότι η καλή λειτουργία του θεσμού θα ευνοήσει  μετά βεβαιότητας το τρίπτυχο «κοινωνία-δικαιοσύνη-πολιτισμός». Δίνοντας χώρο & χρόνο στο θεσμό της «διαμεσολάβησης», δίνουμε στον εαυτό μας και στον δικανικό πολιτισμό της χώρας μας μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία ανέλιξης & προόδου. Η Ελλάδα για ακόμη μια φορά μπορεί να δώσει το παράδειγμα του «εκσυγχρονισμού» στην απονομή Δικαιοσύνης και να φωτίσει το δρόμο των υπόλοιπων  κρατών προς τη νέα αυτή μορφή εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, αυτή του θεσμού της «διαμεσολάβησης» . 

  • Η Αφροδίτη Παν. Νέστορα είναι δικηγόρος Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω, Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια Υπ.Δικαιοσύνης, Μεταπτυχιακό Διεθνές Εμπορικό Δίκαιο L.L.M., U.K.C

Η  υποχρεωτική αρχική συνεδρία, -γνωστή ως ΥΑΣ-,  πραγματοποιείται σε συγκεκριμένες διαφορές και  προβλέπεται επί ποινής απαραδέκτου συζήτησης των αγωγών  ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων.

Από την έντυπη εφημερίδα Karfitsa