22:48, Τετάρτη
06 Ιουλίου 2022

Πολιτικό ρίσκο ναι, αλλά για ποιον;

 
Του Δημήτρη Βενιέρη*
Όταν ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς αιφνιδίαζε (;) την κοινή γνώμη και τις αγορές, με την εσπευσμένη διαδικασία εκλογής ΠτΔ,  γνώριζε ότι το ρίσκο ήταν μεγάλο και αφορούσε τόσο στην πορεία της χώρας, όσο και στη προσωπική του πολιτική διαδρομή.
Γνώριζε ότι χωρίς ένα ΣΟΚ ο χρόνος θα κυλούσε σε βάρος του, καθώς σειρά δεσμεύσεων βρίσκονται μπροστά και το πολιτικό και εκλογικό κόστος μιας «πληγωμένης» κυβέρνησης από μια οργισμένη κοινή γνώμη, σύντομα δε θα ήταν διαχειρίσιμο. Επιλέγοντας την διαδικασία εκλογής προέδρου ζητούσε πολιτικό χρόνο, ή 18 μηνών μέχρι το 2016 αν εκλεγόταν πρόεδρος, ή διαφορετικά εκλογές και νίκη κόντρα στις δημοσκοπήσεις, η οποία θα του έδινε «αέρα» τετραετίας και θα περιόριζε αισθητά την απήχηση του αντιπάλου του.
Είναι γνωστό στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, ότι τόσο ο πρωθυπουργός, όσο και στενοί συνεργάτες του, θεωρούν ανοιχτή την εκλογική αναμέτρηση, για δύο λόγους, αφενός μεν την πόλωση η οποία θα περιορίσει αισθητά πολιτικές δυνάμεις όπως οι ΑΝΕΛ και η ΔΗΜΑΡ και αφετέρου την στάση των αγορών που θα επιδιώξουν να στείλουν μέσω της Ελλάδας σκληρό μήνυμα σε άλλες χώρες, ότι δεν θα πτοηθούν από τις επιμέρους πολιτικές ιδιαιτερότητες.
Καθώς η αριστερά καλείται για πρώτη φορά να διαχειριστεί προεκλογικά ένα δημοσκοπικό προβάδισμα, σε συνθήκες αμιγούς «αστικής κοινοβουλευτικής αναμέτρησης», είναι πιθανό να ανακύψουν σημαντικές διαφοροποιή-
σεις και διαφωνίες στην κατάρτιση των εκλογικών καταλόγων από ετερόκλητα στελέχη, προερχόμενα από το παλιό «κυβερνητικό» ΠΑΣΟΚ, αλλά και από γνήσιους εκφραστές της πολιτικής της ευρωπαικής αριστεράς. Σε αυτές τις διαφωνίες δίνει μεγάλη σημασία η ΝΔ, αφού οι πολιτικοί καυγάδες στον ΣΥΡΙΖΑ θα αναδείξουν από νωρίς τις εσωτερικές αντιφάσεις του.
Οι διεθνείς αγορές, αλλά και οι άνθρωποι της ελληνικής αγοράς θεωρούσαν και θεωρούν «λάθος» την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, κάτι στο οποίο καλείται να δώσει πειστική απάντηση η αντιπολίτευση, καθώς ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και μικρότερες πολιτικές δυνάμεις θα αξιοποιήσουν στο έπακρο τις επιπτώσεις αυτής της επιλογής, η οποία χρεώνεται από το καλοκαίρι στον ΣΥΡΙΖΑ και στους ΑΝΕΛ.
Η πλειονότητα των πολιτών, οι οποίοι «έχουν χάσει σχεδόν τα πάντα», δεν είναι αρκετή  για να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσοστό ο ΣΥΡΙΖΑ και η Κουμουνδούρου το γνωρίζει. Χρειάζεται άνοιγμα και σε άλλες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες ευελπιστεί και αγωνίζεται ότι θα βρεθούν και θα τείνουν ευήκοον ους στις εξαγγελίες του, διαφορετικά το εκλογικό «ταβάνι» του 30%, θα περιπλέξει περαιτέρω την επόμενη μέρα.
*Ο κ. Βενιέρης είναι δημοσιογράφος