Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος: Η ζωή μας είναι κάτι πιο σπουδαίο και πολύτιμο από την καθημερινότητα μας

Της Φιλίππα Βλαστού
 
Μια συζήτηση με τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο αρκεί για να καταλαβαίνεις αμέσως ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν έγινε τυχαία ηθοποιός. Οι συλλογισμοί του, οι απόψεις του και όλα όσα έχει ζήσει για να χτίσει την σημερινή φιλοσοφία που διακατέχει τη ζωή του σε κάνουν να συνειδητοποιείς την έννοια του ηθοποιού.
Πριν λίγες ημέρες βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου μάγεψε το κοινό, ως Πενθέας στις «Βάκχες», σε σκηνοθεσία της Νικαίτη Κοντούρη. Μιλώντας στην Karfitsa ξετυλίγει τα χαρακτηριστικά του ρόλου του που τον αφορούν και σημειώνει τα δυο κυριότερα.
«Αρχικά η ανθρώπινη ανάγκη για οργάνωση, πειθαρχία και κανόνες μέσα στη ζωή και η ψευδαίσθηση πως κάνοντας όλα αυτά ο άνθρωπος μπορεί να οδηγήσει την ζωή εκεί που θέλει ο ίδιος. Λέω ‘’ψευδαίσθηση’’ γιατί αυτή είναι μια λανθασμένη αντίληψη των ανθρώπων, όμως την ίδια στιγμή βρίσκω πως είναι μια συγκινητική προσπάθεια να ελέγξει την ζωή του.
Αυτό το συναντάμε κυρίως στην ζωή του δυτικού ανθρώπου. Άλλωστε ο Πενθέας είναι ένας πρώτος δυτικός άνθρωπος, διότι είναι ορθολογιστής και πιστεύει στην λειτουργία της κοινωνίας, στους κανόνες και προσπαθεί να κρατήσει μια τάξη απέναντι σε κάτι άγνωστο και παράλογο που έρχεται, δηλαδή στον Διόνυσο», περιγράφει ο ηθοποιός λέγοντας πως είναι ένας τέτοιος άνθρωπος. «Πέρα από αυτό προσπαθώ να μην έχω την έπαρση που δημιουργεί ο έλεγχος, δηλαδή ότι αυτό που αποφάσισα για την ζωή μου είναι αρκετό για να τα καταφέρω», υπογραμμίζει.
Το δεύτερο στοιχείο που τον κεντρίζει είναι ο φόβος που συνδέεται με το χάσιμο του ελέγχου, αυτό δηλαδή που παθαίνει ο Πενθέας και όλοι οι υπόλοιποι μετά την έλευση του Διονύσου, στο έργο. «Βλέπουμε ότι αναστέλλονται όλες οι άμυνες, τελειώνει οποιαδήποτε δυνατότητα λογικής, καταλύεται η οργάνωση, η πειθαρχεία, οι κανόνες και σαν ένα πια θύμα αυτής της δύναμης παραδίνεται ο Πενθέας στο παράλογο. Για εμένα αυτός είναι ένας δρόμος που με αφορά πολύ», σημειώνει ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος.
Αν ο ίδιος επικεντρωνόταν σε μια κοινωνική διάσταση του έργου αυτή θα ήταν η εξής: «στην πάλη, στην υγιή προσπάθεια μας να οργανώσουμε την ζωή και στην κουταμάρα μας ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε, με έναν τρόπο που να αγνοεί τις πιο πάνω από εμάς δυνάμεις, είτε αυτές λέγονται φύση, είτε έρωτας, επιθυμίες, είτε τα απωθημένα μας, που μπορεί να μας ξεπεράσουν και αν τα αγνοήσουμε ή προσπαθήσουμε να τους γυρίσουμε την πλάτη, αυτά σαν το ποτάμι θα ξεχειλίσουν και θα εκδικηθούν. Μάλιστα, η εκδίκηση τους θα είναι χωρίς δικαιοσύνη, όπως νιώθουμε όταν πιστεύουμε πως μας εκδικείται η φύση. Όπως όταν δηλαδή ένα ποτάμι το έχουμε μπαζώσει και φουσκώνει και στο πέρασμα του πνίγει δεκάδες ανθρώπους και τότε προσπαθούμε να καταλάβουν αν αυτό είναι δίκαιο ή άδικο, αλλά η φύση δεν έχει δίκιο ή άδικο, αλλά απλώς συνέπειες. Αυτή η πάλη τρέχει έξω μας κοινωνικά και μέσα μας ψυχικά, από τότε που υπάρχει ο άνθρωπος».
Τον ρωτάμε πως έχει καταλήξει σε αυτές τις σκέψεις και απαντάει πως είναι «αποτέλεσμα της ζωής μου και της επιθυμίας μου, γιατί θέλω να καταλάβω όλα αυτά».
Κορονοϊός όπως… Διόνυσος
Ζώντας πλέον μέσα στην πανδημία του κορονοϊού, ο Οδ.Παπασπηλιόπουλος λέει πως ο ιός θα μπορούσε να είναι όπως ο Διόνυσος στις «Βάκχες», όπου η έλευση του σαρώνει και ταράζει τους πάντες και τα πάντα.
«Ο Διόνυσος είναι ο κορονοϊός και οποιαδήποτε άλλη δύναμη που μπορεί σε δευτερόλεπτα να ανατρέψει την βαθιά μας πίστη ότι ξέρουμε τι κάνουμε, που πάμε και πως όλα τα έχουμε οργανωμένα και δεν απειλούμαστε από τίποτε και άρα μπορούμε να ξεχάσουμε ότι μπορεί να πεθάνουμε, με αποτέλεσμα να μην ζούμε επί της ουσίας», δηλώνει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, από όλη αυτή την δυσάρεστη κατάσταση που ζούμε τόσο καιρό, λόγω του κορονοϊού υπάρχει ένα σοβαρό θετικό που μπορεί να το εισπράξαμε ως αρνητικό, όμως είναι το χέρι μας να το δούμε από την άλλη όψη του. «Αυτό είχε να κάνει με το ‘’εδώ και τώρα, θες δεν θες, θα δεις την ζωή σου, όπως και να έχει’’. Ήρθαμε αντιμέτωποι με κενό χρόνο, άδειο χώρο, τον σύντροφο μας, τα παιδιά μας, με τον εαυτό μας που τον αποφεύγουμε σαν τον διάολο τρέχοντας και γεμίζοντας τους ‘’χώρους’’ με δουλειές και ξόδεμα και αυτό αφού δεν μπορείς να το κάνεις μόνος σου και δεν έχεις την ψυχραιμία, μας το έκανε η πανδημία, ως ένας άλλος Διόνυσος.
Σε αυτή τη συνθήκη υπενθυμίστηκε αυτό και είναι θετικό. Εννοείται ο θάνατος των συνανθρώπων μας ήταν μια τραγωδία, όμως δεν μιλάω για αυτό αλλά για την ανάγκη να μην ξεχνάμε τόσο απόλυτα το ότι η ζωή μας είναι κάτι πολύ παραπάνω, σπουδαίο και πολύτιμο από την καθημερινότητα μας. Μέσα στο γέμισμα που κάνουμε στη ζωή μας ξεχνάμε ότι είμαστε ζωντανοί. Η πανδημία μας το υπενθύμισε με βίαιο τρόπο και αυτό είναι άσχημο, όμως το έκανε», τονίζει.
Μπορεί όμως πραγματικά αυτή η δύσκολη συνθήκη να μας αλλάξει; Ο ίδιος λέει πως «δυστυχώς όχι» και προσθέτει ότι «καμία κατάσταση δεν μπορεί να μας αλλάξει. Ο μόνος που μπορεί να μας αλλάξει είναι ο εαυτός μας, όμως ο εαυτός μας μπορεί αν χρησιμοποιήσει τέτοιες καταστάσεις, εάν και εφόσον το επιθυμεί, σαν αφορμές και σαν βοηθήματα για να αλλάξει».