Νέες θέσεις εργασίας και μάλιστα με καλύτερες αμοιβές υπόσχεται το πρόγραμμα κατάρτισης και επανακατάρτισης 700.000 εργαζομένων και ανέργων, το οποίο βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα της κυβέρνησης, όπως δήλωσε ο υπουργός Εργασίας Κωστής Χατζηδάκης στην ημερίδα για το ανθρώπινο δυναμικό που διοργάνωσε η Ελληνική Ένωση Επιχειρηματιών (ΕΕΝΕ) στο αμφιθέατρο του Ιατρικού Αθηνών.
Του Λουκά Γεωργιάδη
Σημειώνεται ότι πρόεδρος της ΕΕΝΕ είναι ο διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών δρ Βασίλης Αποστολόπουλος. Στην ημερίδα αναλύθηκε το μεγάλο στοίχημα για τη βελτίωση των προοπτικών του ανθρώπινου δυναμικού, μέσα και από την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και του ΕΣΠΑ. Όπως ανέφερε ο κ. Χατζηδάκης, η χώρα μας δεν αξιοποιεί επί σειρά ετών τα κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον καλύτερο δυνατό τρόπο και αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους κατατάσσεται στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ στους δείκτες αναντιστοιχίας των δεξιοτήτων.
Σύμφωνα με τον κ. Χατζηδάκη, το υπουργείο Εργασίας προχώρησε σε παρεμβάσεις, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας των προγραμμάτων κατάρτισης, τα οποία συνδέονται με τις αμοιβές των παρόχων της κατάρτισης, αλλά και των καταρτιζόμενων, με τα αποτελέσματα της κατάρτισης. Έτσι, για πρώτη φορά ισχύει η μεθοδολογία της πληρωμής των παρόχων βάσει αποτελέσματος, ενώ εισήχθησαν, επίσης για πρώτη φορά, τα πανεπιστήμια στα προγράμματα κατάρτισης και η Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) έχει ήδη υλοποιήσει συνεργασίες με διεθνείς κολοσσούς στον χώρο της τεχνολογίας, όπως με την Google, την Amazon, τη Cisco και τη Microsoft.
Από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Εργασίας αναφέρθηκε και στην αύξηση του κατώτατου μισθού, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση τον παρέλαβε στα 650 ευρώ και τον έχει αυξήσει στα 780 ευρώ. Πρόσθεσε δε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού προήλθε μέσα από την ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας, η οποία αποτυπώνεται στη μείωση της ανεργίας, από το 17,5% το 2019 στο 10,8% σήμερα. Μάλιστα, η εξέλιξη αυτή ήταν απόλυτα συνδεδεμένη με το γεγονός ότι μειώθηκαν οι φόροι και οι ασφαλιστικές εισφορές, απλοποιήθηκε το αδειοδοτικό περιβάλλον και εστάλησαν μηνύματα σταθερότητας και σοβαρότητας.
Σύμφωνα με τον κ. Χατζηδάκη, όλα τα προαναφερόμενα έχουν οδηγήσει στη μεγάλη αύξηση των επενδύσεων και των εξαγωγών, ενώ σε σχέση με την αύξηση του κατώτατου μισθού, η κυβέρνηση έλαβε πολύ σοβαρά υπ’ όψιν τις αντοχές των επιχειρήσεων, αλλά και τις ανάγκες των εργαζομένων. Τέλος, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ», οι μέσες αμοιβές το 2022 αυξήθηκαν κατά 12,4% σε σχέση με το 2019, ενώ, με την αύξηση του κατώτατου μισθού, η Ελλάδα ανεβαίνει στη 10η θέση με τον υψηλότερο κατώτατο μισθό μεταξύ των 22 χωρών-μελών της ΕΕ που έχουν κατώτατο μισθό, από τη 13η θέση προηγουμένως και, σε όρους αγοραστικής δύναμης, ανεβαίνει στη 13η θέση από τη 18η.
Οι τέσσερις λόγοι που ωθούν ταχύτερα το ΑΕΠ υψηλότερα
Τέσσερις βασικοί παράγοντες αναμένεται να δώσουν ταχύτερη ώθηση στο φετινό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της χώρας. Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικής ανάλυσης της Alpha Bank, παρά το γεγονός ότι φέτος η ανάπτυξη θα… κατεβάσει ταχύτητα, εντούτοις υπάρχουν οι προοπτικές για να διατηρηθεί το θετικό momentum στην οικονομία. Ο πρώτος παράγοντας σχετίζεται με την αύξηση της απασχόλησης με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη (5,4%), ενώ είναι παρήγορο το γεγονός ότι πέρυσι ο αριθμός των εργαζομένων ξεπέρασε τα 4.000.000 άτομα και οι άνεργοι υποχώρησαν κάτω από τις 600.000. Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με τον Δείκτη Οικονομικού Κλίματος, ο οποίος από τον περυσινό Μάιο κινείται σταθερά πάνω από τον αντίστοιχο δείκτη της Ευρωζώνης, λόγω των υψηλών προσδοκιών για τις Κατασκευές, το Λιανικό Εμπόριο και τη Βιομηχανία, ενώ σημαντική είναι και η συμβολή της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Τρίτος παράγοντας για την ενίσχυση του ΑΕΠ είναι η πολύ καλή «ουρά» στο τελευταίο τρίμηνο του 2022, η οποία εκτιμάται σε επιπλέον ποσοστό 1,5%. Μάλιστα, σύμφωνα με την Alpha Bank, το ΑΕΠ δ’ τριμήνου είναι υψηλότερο από το μέσο επίπεδο του έτους. Τέλος, ο τέταρτος καθοριστικός παράγοντας είναι η ισχυρή δυναμική των επενδύσεων κατά την τελευταία διετία, η οποία αναμένεται να διατηρηθεί και φέτος.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL





