Μετά από πολύμηνες τεχνικές και πολιτικές διαβουλεύσεις, Αθήνα και Σόφια κατέληξαν σε Πολιτική Διακήρυξη για τη χρήση των υδάτων του ποταμού Άρδα, κλείνοντας ένα κεφάλαιο αβεβαιότητας που είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία στους αγρότες της Θράκης και είχε περιπλέξει τις σχέσεις των δύο χωρών σε επίπεδο υδατικών πόρων.
Η συμφωνία προβλέπει την παροχή ρυθμιζόμενης ποσότητας νερού από τη Βουλγαρία προς την Ελλάδα για την άρδευση των ελληνικών εδαφών, βάσει του συστήματος φραγμάτων «Άρδα» και σε συνέχεια των συμφωνιών του 1964 και του νέου Πρωτοκόλλου του 2024. Για πέντε έτη, μέχρι την ολοκλήρωση των ελληνικών υποδομών αποθήκευσης, η Βουλγαρία αναλαμβάνει την προσωρινή ευθύνη παροχής υδάτων, με την Ελλάδα να δεσμεύεται ότι θα καλύψει το σχετικό κόστος.
Τεχνική λύση, γεωπολιτική σταθερότητα
Η συμφωνία αποκτά σημαντικό γεωπολιτικό βάρος, καθώς αποτρέπει την επανάληψη κρίσεων όπως εκείνες των περασμένων μηνών, όταν υπήρξαν επεισόδια μείωσης παροχής υδάτων και αλληλοκατηγορίες περί μονομερών ενεργειών. Ο εκσυγχρονισμός και η κατασκευή νέου ταμιευτήρα στην ελληνική επικράτεια, που δρομολογείται άμεσα, θα επιτρέψει στην Ελλάδα να διαχειρίζεται ανεξάρτητα τις ποσότητες νερού στο μέλλον, μειώνοντας την εξάρτηση από τρίτες παροχές.
Η επιλογή Πολιτικής Διακήρυξης, και όχι απλής τεχνικής συμφωνίας, επισημοποιεί τη διακρατική δέσμευση σε ανώτατο επίπεδο, παρά το γεγονός ότι στη Βουλγαρία επικρατεί ήδη προεκλογικός πυρετός. Η τηλεφωνική επικοινωνία του ΥΠΕΞ Γιώργου Γεραπετρίτη με τον Βούλγαρο ομόλογό του Γκεοργίεφ επιτάχυνε την πολιτική οριστικοποίηση της συμφωνίας.
Ο εθνικιστικός θόρυβος και το «χαρτί» της συνοριακής διόδου
Η συμφωνία δεν πέρασε απαρατήρητη από την εθνικιστική αντιπολίτευση στη Βουλγαρία, η οποία την αξιοποιεί πολιτικά, καταγγέλλοντας «υποχωρητικότητα» έναντι της Ελλάδας και συνδέοντας το θέμα των υδάτων με την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της συνοριακής διόδου Ρούντοζεμ–Ξάνθης. Πρόκειται για μια δίοδο κρίσιμη για την οικονομία της μεθορίου, η οποία βρίσκεται στα τελικά στάδια κατασκευής από την ελληνική πλευρά, αλλά έχει καταστεί εσωτερικό προεκλογικό ζήτημα στη Βουλγαρία.
Παρά τη ρητορική έντασης, η συμφωνία για τον Άρδα θωρακίζει τη συνεργασία στον τομέα των φυσικών πόρων και αποτρέπει την εργαλειοποίηση του νερού ως μέσου πίεσης. Η ύπαρξη τεσσάρων ήδη λειτουργικών διοδίων εξασφαλίζει την απρόσκοπτη διέλευση αγαθών και πολιτών, ωστόσο η προσθήκη της νέας διόδου θα ενισχύσει ακόμα περισσότερο την περιφερειακή διασυνδεσιμότητα.
Από την κρίση στη συνεργασία
Η συμφωνία αποτελεί έμπρακτο δείγμα ελληνοβουλγαρικής συνεργασίας σε ένα πεδίο όπου συχνά κυριαρχούν διεθνείς εντάσεις και εγωισμοί: τους διασυνοριακούς υδατικούς πόρους. Σε μια εποχή κλιματικής πίεσης, γεωργικής επισφάλειας και ενεργειακής μετάβασης, το δικαίωμα στο νερό μετατρέπεται σε στρατηγική προτεραιότητα και πυλώνα εξωτερικής πολιτικής.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν Ελλάδα και Βουλγαρία μπορούν να συνυπάρξουν στα ζητήματα των υδάτων, αλλά πώς μπορούν να ενισχύσουν από κοινού την ανθεκτικότητα των διασυνοριακών οικοσυστημάτων — με όρους κοινού συμφέροντος και σταθερότητας.



