Την ενοχή και των τεσσάρων κατηγορουμένων στην υπόθεση των υποκλοπών πρότεινε ο εισαγγελέας της έδρας, Δημήτρης Παυλίδης. Πρόκειται για τους Ταλ Ντίλιαν, Σάρα Χάμου, Φέλιξ Μπίτζιο και Γιάννη Λαβράνο, για τους οποίους –όπως ανέφερε– αποδείχθηκε η σύνδεσή τους με τις εμπλεκόμενες εταιρείες.
Ο εισαγγελέας έκρινε ότι οι κατηγορούμενοι είτε είχαν ρόλο de facto διαχειριστών είτε βρίσκονταν σε άμεση συνεργασία, ζητώντας την καταδίκη τους για τρία πλημμελήματα. Συγκεκριμένα, πρότεινε να κριθούν ένοχοι για επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης προσωπικών δεδομένων και για παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας, από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, τόσο σε τετελεσμένη μορφή όσο και σε απόπειρα.
Για την κατηγορία της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών, ζήτησε την παύση της ποινικής δίωξης πλην των εμπρόθεσμων εγκλήσεων, καθώς το αδίκημα απαιτεί έγκληση. Παράλληλα, πρότεινε τη μετατροπή των πράξεων σε κατά συρροή και όχι κατ’ εξακολούθηση, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε αυστηρότερες ποινές.
Κατά την αγόρευσή του, ο κ. Παυλίδης χαρακτήρισε την υπόθεση εξαιρετικά σύνθετη, τονίζοντας ότι η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων δεν σχετίζεται με το αν οι ίδιοι έγραψαν κώδικα ή έστειλαν τα επίμαχα μηνύματα, αλλά με τις αποφάσεις και τις αρμοδιότητές τους στο πλαίσιο των εταιρικών σχημάτων. «Στο ποινικό δίκαιο δεν υπάρχει ευθύνη νομικών προσώπων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο Predator, το οποίο χαρακτήρισε λογισμικό ολικής παρακολούθησης, παράνομο και επικίνδυνο για το πολίτευμα. Όπως σημείωσε, πρόκειται για εργαλείο που πωλείται αποκλειστικά σε κρατικές υπηρεσίες και δεν εντάσσεται σε καμία νόμιμη διαδικασία παρακολούθησης στην Ελλάδα, ενώ προειδοποίησε για τις υπερεξουσίες που παρέχει σε μη θεσμικά πρόσωπα.
Τέλος, αναφερόμενος στην εταιρεία Intelexa, υποστήριξε ότι είτε κατασκεύαζε είτε εμπορευόταν κατασκοπευτικό λογισμικό, με το Predator να προσφέρεται ως προϊόν.
Το πλέγμα των εταιρειών
Ο Δημ. Παυλίδης αναφέρθηκε εκτενώς στο πολύπλοκο δίκτυο των εμπλεκόμενων εταιρειών, κάνοντας λόγο για αλλαγές ονομάτων, μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων και έδρες σε φορολογικούς παραδείσους, στοιχεία που –όπως είπε– δυσχέραναν την έρευνα.
Για την Cytrox, σημείωσε ότι εξαγοράστηκε το 2018 και εντάχθηκε στην Intelexa Alliance, με μεταφορά υποδομών και προσωπικού.
Όσον αφορά την Intelexa ΑΕ, με μετόχους δύο εκ των κατηγορουμένων, ανέφερε ότι είχε νόμιμη εταιρική εικόνα, αλλά και αυστηρά στεγανά, με εργαζόμενους που αγνοούσαν κρίσιμες πτυχές των συμφωνιών.
Ιδιαίτερη μνεία έγινε στην Κρίκελ, η οποία υπέγραψε συμβάσεις εκατομμυρίων με το ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα με τον εισαγγελέα, πραγματικός διαχειριστής ήταν ο Λαβράνος, ενώ ο τυπικός εκπρόσωπος υπέγραφε έγγραφα χωρίς ουσιαστική εμπλοκή ή γνώση.
Ο εισαγγελέας υποστήριξε ότι δεν υπάρχει διαχωρισμός συμφερόντων μεταξύ των εταιρειών Intelexa σε διαφορετικές χώρες, καθώς από τον οικονομικό έλεγχο προέκυψαν σαφείς συναλλαγές και σχέσεις μεταξύ τους.
Επικαλούμενος μαρτυρίες, ανέφερε ότι το Predator εμφανίστηκε στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 2019, ενώ το 2021 σημειώθηκε μαζική αποστολή μολυσμένων μηνυμάτων, ακόμη και σε ανώτατους θεσμικούς παράγοντες.
Τόνισε επίσης ότι το λογισμικό φέρεται να λειτούργησε τουλάχιστον έως το 2024, πιθανόν και μέχρι σήμερα.
Τέλος, σχολίασε τις εφόδους της ΑΔΑΕ στο ΚΕΤΥΑΚ, εκφράζοντας απορία για το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε ούτε ένας υπολογιστής, ενώ παρόντες ήταν ελάχιστοι υπάλληλοι.
Σημείωσε πάντως ότι βρέθηκε κρυπτογραφημένη γραμμή σύνδεσης με την ΕΥΠ, στοιχείο που χαρακτήρισε μεν αναμενόμενο, αλλά κρίσιμο για την υπόθεση.




