, Σάββατο
26 Νοεμβρίου 2022

Ο κίνδυνος της ανώμαλης προσγείωσης

Με τη διήμερη παρουσία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Αλέξη Τσίπρα στη ΔΕΘ ολοκληρώθηκε πλέον το προεκλογικό «κάδρο» με φόντο το οποίο θα περάσει η χώρα τον δύσκολο χειμώνα που έρχεται. Σε κλίμα πόλωσης, με κεντρικό -ενδεχομένως και αποκλειστικό- θέμα συζήτησης τα παρεπόμενα της ενεργειακής ακρίβειας. Τους λογαριασμούς για τη θέρμανση και γενικότερα τη διαβίωση.

Με μία μικρή καθυστέρηση, αλλά πάντως το κατάλαβε και ο κ. Τσίπρας, ο οποίος μπορεί να έριξε τις αναμενόμενες «βολές» για την υπόθεση των υποκλοπών, στοχεύοντας και στους ψηφοφόρους του ΚΙΝΑΛ, αλλά κυρίως κατέβαλε φιλότιμη προσπάθεια για να πείσει ότι, αν κερδίσει τις εκλογές, οι παροχές προς τους πολίτες θα είναι πιο γενναιόδωρες και πιο δίκαια κατανεμημένες από εκείνες για τις οποίες δεσμεύτηκε ένα Σαββατοκύριακο νωρίτερα ο πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης.

Μόνο που το συγκεκριμένο «γήπεδο» μπορεί να είναι γενικώς και αορίστως ευνοϊκό για αντιπολίτευση, διότι πάντα όταν υπάρχει οικονομική κρίση και κοινωνική πίεση κάθε επικριτική φωνή αποκτά ένα ακροατήριο -αλλά για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι. Το αντίθετο, μάλλον. Διότι οι μνήμες από το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης και τη μετέπειτα διακυβέρνηση από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είναι νωπές και καθόλου ευνοϊκές για τον κ. Τσίπρα και το κόμμα του.

Και αντί να κάνει κάτι για να υπερβεί αυτό το εξομολογημένο, άλλωστε, από πολλά στελέχη του πρόβλημα, επέλεξε να εξαγγείλει ένα πρόγραμμα τόσο «μαγικό» που μόνο σε έναν όμορφο κόσμο, ηθικά, αγγελικά πλασμένο θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Όχι σε μια χώρα που έχει βγει από τη δεκάχρονη μέγγενη για την οικονομία, τη διετή πάλη με την πανδημία και τώρα προετοιμάζεται για τον πιο δύσκολο χειμώνα παγκοσμίως από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Και ας δεχθούμε ότι κάποια από τα μέτρα που εξήγγειλε έχουν απλώς άλλο ιδεολογικό πρόσημο. Αμ εκείνα τα αναδρομικά των συνταξιούχων, όλων των συνταξιούχων, από πού ακριβώς θα βρει τα χρήματα να τα δώσει;

Και η επιστροφή στην αυτόματη τιμαριθμική αύξηση των μισθών; Σαράντα χρόνια μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου. Σαν να μη ρώτησε και να μην έμαθε ότι ο αρχικός ενθουσιασμός των πολιτών για το γεγονός ότι είδαν τις τσέπες τους γεμάτες, συνοδεύτηκε από μεγάλες αυξήσεις των λογαριασμών των ΔΕΚΟ, αύξηση κατά 36% των δαπανών του προϋπολογισμού για μισθούς και συντάξεις και λουκέτα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις που δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με το μισθολογικό κόστος.

Για να μην αναφερθώ στην κρατικοποίηση της ΔΕΗ και της Εθνικής Τράπεζας που κατά τους ειδικούς θα ήταν μια καταστροφή. Δύο, για την ακρίβεια.

Το βήμα της ΔΕΘ ήταν μια ευκαιρία για τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να συμβάλει ουσιαστικά με προτάσεις ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες -που λαμβάνουν υπόψη τη διεθνή συγκυρία και τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής οικονομίας- στην προσπάθεια αναχαίτισης της ενεργειακής κρίσης. Γιατί αυτός ο αγώνας είναι εθνικός. Δεν έχει κομματικό πρόσημο. Όπως συλλογική είναι και η αγωνία για τον χειμώνα που έρχεται. Η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών νοικοκυριών βλέπει ήδη τις νύχτες εφιάλτες.

Αντ’ αυτού, επέλεξε να παρουσιάσει μια σειρά από «απλοϊκές» σύμφωνα με τους ειδικούς προτάσεις, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να διευκολύνουν τον στόχο της ανακούφισης των πολλών, αντιθέτως, αν εφαρμοστούν, κρύβουν κινδύνους.

Και μετά, σήκωσε το γάντι που του πέταξε ο πρωθυπουργός «εγώ ή ο Τσίπρας», μετατρέποντας σε προσωπική μια μάχη στην οποία γνωρίζει ότι ο κ. Μητσοτάκης μπαίνει με σημαντικό, σταθερό πλεονέκτημα. Είτε εμπιστεύεται τις δημοσκοπήσεις είτε όχι, ο πρωθυπουργός προηγείται σταθερά και αδιάλειπτα του αντιπάλου του στον βαθμό εμπιστοσύνης για τη διακυβέρνηση, ενώ ούτε η κυβερνητική πλειοψηφία κατέρρευσε από την υπόθεση των παρακολουθήσεων, όπως προσδοκούσε η Κουμουνδούρου, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ «απογειώθηκε».

Καλές οι προσδοκίες, αλλά κρύβουν πάντα τον κίνδυνο της ανώμαλης προσγείωσης. Δεν αρκεί να χαμηλώσει τους τόνους και να εμφανιστεί πιο μετριοπαθής και αποστασιοποιημένος από την ακραία ρητορική που συγκινεί τον σκληρό πυρήνα του 3% του ΣΥΡΙΖΑ, όπως έκανε ο κ. Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη, για να απευθυνθεί με επιτυχία στον μεσαίο χώρο που κρίνει και τις εκλογές. Πρέπει και οι προτάσεις του να διέπονται από ρεαλισμό, λογική και αξιοπιστία.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL