, Πέμπτη
02 Φεβρουαρίου 2023

Τα όρια της πολιτικής υποστήριξης

Ο Τύπος είναι σημαντικός πολιτικός παίκτης. Ανέκαθεν ήταν. Στην Ελλάδα κατεξοχήν. Και με φανατισμό ασφαλώς. Ο οποίος φανατισμός του Τύπου, η εκ μέρους του φανατική στήριξη κάποιων πολιτικών υποκειμένων και η αντίστοιχη καταπολέμηση άλλων προϋπήρξε ακόμη και της… έκρηξης του Εθνικού Διχασμού… (Με την αφορμή της ευκαιρίας για αναστοχασμό που έδωσε στην κοινωνία μας και τους ειδικούς η επετειακή χρονιά 2022, εντοπίσαμε και φέραμε στην επιφάνεια άρθρο των αρχών του… 1912 ενός φιλοβενιζελικού εκδότη και επί πάρα πολλά χρόνια στη συνέχεια υπουργού του Ελευθερίου Βενιζέλου, του Σπυρίδωνα Σίμου, ο οποίος ήδη τότε αποκαλούσε τον μεν Βενιζέλο «φακόν συγκεντώνοντα τας ακτίνας του Ηλίου της Πανελληνίου αδελφότητος» και «αγωγόν του εθνικού ηλεκτρισμού», τους δε αντιπάλους του «εχθρόν της Ελλάδος, επιδημίαν, πανώλην, χολέραν, αρουραίους» κ.λπ.).

Η εν λόγω στάση του παραδοσιακού Τύπου δεν χαρακτηρίζει, μάλιστα, μόνο τη δημόσια ζωή αυτής της απόληξης της βαλκανικής χερσονήσου που είναι η πατρίδα μας: όταν το 1936 συγκροτήθηκε στη Γαλλία η αριστερή κυβέρνηση του Λεόν Μπλουμ, ο επί των Εσωτερικών υπουργός της Ροζέ Σαλανγκρό υπέστη τέτοιες επιθέσεις από αντιπολιτευόμενη εφημερίδα, ώστε οδηγήθηκε στην αυτοκτονία (μολονότι η βάση των επιθέσεων αποδείχτηκε ολοσχερώς αναληθής…).

Ωστόσο, ο φιλοκομματικός έγχαρτος Τύπος, ακόμη και με απόλυτη ταύτιση προς κάποιον πολιτικό χώρο, συνήθως δεν προσβάλλει με αυτήν τον πολιτικό πολιτισμό. Γιατί, αν και όποτε τύχει να φιλοξενεί αντίθετη άποψη, η διεύθυνση της εφημερίδας δεν λοιδορεί τον αντίγνωμο. (Προσωπικά επί κάποιους μήνες αρθρογραφούσα στην «Εφημερίδα των Συντακτών» προ των εκλογών του Γενάρη ’15. Έβαζαν το κείμενό μου μεταξύ των άρθρων δύο διακεκριμένων πολιτικών του ΣΥΡΙΖΑ. Και κάποια στιγμή μού ζήτησαν, διά του διευθυντή της εφημερίδας, «πιο λεπτή εκδήλωση των τοποθετήσεών μου». Αλλά ουδέποτε με καθύβρισαν).

Αντίθετα συχνά η υποστήριξη του ηλεκτρονικού Τύπου -μολονότι αυτός οφείλει να σέβεται στοιχειωδώς την πολυφωνία- παίρνει ενίοτε μορφές προσβλητικές για τον ίδιο τον πολιτικό πολιτισμό της χώρας. Έμεινα λοιπόν έκπληκτος όταν άκουσα δημοσιογράφους καναλιού να λένε σε πολιτικό στέλεχος που ευλόγως διαμαρτυρήθηκε -διότι σε μια εκπομπή απτόμενη της εξωτερικής πολιτικής υπήρχε, υπό το πρόσχημα της επιστημονικής του ιδιότητας, μόνο στέλεχος του ενός μείζονος πολιτικού χώρου- άκουσα λοιπόν να του λένε: «Έχουμε αρχισυντάκτη, δεν σας καλέσαμε να αναλάβετε εσείς αυτό τον ρόλο»!

Σε όλους αυτούς λοιπόν τους περισσότερο αυλικούς και λιγότερο γνωμοδιαμορφωτές, τους βασιλικότερους του βασιλέως δημοσιογράφους (όπου «βασιλείς» οι πολιτικά τοποθετημένοι εργοδότες τους), θα ήθελα να αποκαλύψω μια βασική αρχή της προπαγάνδας: Στόχος της στα δημοκρατικά πολιτεύματα δεν είναι να φανατίζει περαιτέρω τους φανατικούς ή να ενθουσιάζει τους ήδη πεπεισμένους. Στόχος της είναι να προσελκύει αμφιταλαντευόμενους δυνητικούς ψηφοφόρους. Και αυτός ο σκοπός δεν υπηρετείται με μεθοδολογία, φρασεολογία και στάση -πχ, την κάλυψη από δύο ή τρεις της φωνής του πολιτικά «απέναντι»- που προσβάλλει τις ευαισθησίες των δημοκρατικά ευαίσθητων πολιτών και δημιουργεί την υποψία για ύπαρξη ανομολόγητων και αθέμιτων, πάντως ιδιοτελών διασυνδέσεων ανάμεσα το Μέσο και τον πολιτικό φορέα τον οποίο αυτό τόσο απροκάλυπτα και τόσο βίαια υποστηρίζει.

Ακόμη λοιπόν και μια επιφανειακή ή προσχηματική ή έστω υποκριτική προβολή μιας υποτυπώδους ουδετερότητας μπορεί να είναι πολιτικά, αλλά και με όρους πολιτικής ηθικής, προτιμότερη: όπως έλεγε ο Λαροσφουκώ «η υποκρισία είναι μια μορφή σεβασμού της κακίας προς την αρετή»…

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL