00:02, Πέμπτη
20 Ιανουαρίου 2022

Στο τραπέζι η ποινική αντιμετώπιση της έμφυλης βίας

Ρεπορτάζ Κώστας Καντούρης

Την ώρα που ο 49χρονος Αρμένιος ανέβαινε τα σκαλιά των δικαστηρίων της Θεσσαλονίκης και οδηγούταν στον εισαγγελέα μετά την άγρια δολοφονία της 48χρονης συζύγου του στην Πολίχνη, ο ψυχρός πίνακας των στατιστικών για την εγκληματικότητα, κατέγραφε την 14η δολοφονία ίδιας μορφής σε όλη τη χώρα. Τα απανωτά τέτοια δραματικά περιστατικά έφεραν στην ελληνική κοινωνία τον όρο «γυναικοκτονία» και μία συζήτηση που προσεγγίζει τη λήψη μέτρων – κυρίως ποινικών – για την αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών. 

Ο διάλογος παίρνει σάρκα και οστά μετά την τοποθέτηση του προέδρου της Διαρκούς Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του υπουργείου Δικαιοσύνης, καθηγητή της Νομικής σχολής του Α.Π.Θ. Λάμπρου Μαργαρίτη, ο οποίος αποκάλυψε σε δηλώσεις του την περασμένη Τρίτη πως η επιτροπή ήδη επεξεργάζεται σχέδιο για την αυστηροποίηση των ποινών. Ο κ. Μαργαρίτης μίλησε για πράξεις οι οποίες στρέφονται σε βάρος των γυναικών συζύγων, εκτός της ανθρωποκτονίας, δεδομένου ότι ήδη με το ισχύον νομικό πλαίσιο η ανθρωποκτονία τιμωρείται με την αυστηρότερη των ποινών, αυτή της ισόβιας κάθειρξης. Δηλαδή ήδη επιβάλλεται η αυστηρότερη των ποινών. Αυτό που εξετάζεται είναι περιπτώσεις σωματικών βλαβών ή και απειλών να αντιμετωπίζονται ακόμη πιο αυστηρά από τα ποινικά δικαστήρια, ως εγκλήματα έμφυλης βίας.    

Ο καθηγητής Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Στέφανος Παύλου, θεωρεί ότι το ποινικό οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση εγκλημάτων που παραπέμπουν σε έμφυλη βία είναι επαρκές και δεν απαιτούνται άλλες «αυστηροποιήσεις».  

«Εγώ νομίζω ότι ήδη η εξακολούθηση της ισχύος του νόμου για την ενδοοικογενειακή βία, που επαυξάνει και αυστηροποιεί ποινές δημιουργώντας βαριά πλημμελήματα και κακουργήματα για πράξεις σωματικών βλαβών κυρίως, ανάλογα με το αποτέλεσμα, μεταξύ μελών μιας οικογένειας ή και συνοικούντων συντρόφων ή και πρώην συζύγων, σε συνδυασμό με τον Ποινικό Κώδικα, διασφαλίζει ένα επαρκές πλαίσιο τιμωρίας των πάσης φύσεως εγκλημάτων που αναφύονται στα πλαίσια τα ενδοοικογενειακά ή μεταξύ του ζευγαριού», σημείωσε μιλώντας στην Karfitsa. Δηλώνει την ευθεία αντίθεσή του στη συζήτηση για αυστηροποίηση των ποινών. «Η διαρκής απαίτηση για αυστηροποίηση ακυρώνει κάθε σοβαρότητα στην ασφάλεια του δικαίου και στην ύπαρξη σταθερών κανόνων τιμωρίας και αξιολόγησης των εγκληματικών πράξεων. Η διαρκής απαίτηση για αυστηροποιήσεις μάλλον καταλήγει να είναι επικοινωνιακό τέχνασμα παρά σοβαρή προσέγγιση όταν ήδη υπάρχει ένα σοβαρό και επαρκές κυρωτικό πλαίσιο», ανέφερε ο κ. Παύλου.  

Στο ίδιο επίπεδο κινείται και ο καθηγητής της Νομικής του Α.Π.Θ. Θανάσης Ζαχαριάδης, που διαφωνεί με οποιαδήποτε σκέψη αυστηροποίησης, θεωρώντας επαρκές το νομικό οπλοστάσιο για την αντιμετώπιση τέτοιων εγκλημάτων. «Η σκέψη για αυστηροποίηση των ποινών για εγκλήματα που διαπράττονται σε βάρος των γυναικών δεν κινείται κατά την γνώμη μου προς την ορθή κατεύθυνση και τούτο συμβαίνει για περισσότερους του ενός λόγους. Πρέπει προκαταβολικά να σημειωθεί ότι η πρόθεση ενίσχυσης της νομοθετικής προστασίας σε εγκλήματα που απασχολούν την επικαιρότητα και την κοινή γνώμη ενίοτε εξυπηρετεί επικοινωνιακούς σκοπούς και υποτιμά το ήδη υπάρχον νομοθετικό οπλοστάσιο», αναφέρει. «Θεωρώ ότι σε επίπεδο κοινού ποινικού δικαίου η αντιμετώπιση των σωματικών βλαβών – τόσο σε επίπεδο πλημμελημάτων όσο και σε επίπεδο κακουργημάτων – καλύπτει επαρκέστατα την υπάρχουσα ύλη, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την έως τώρα εφαρμογή των διατάξεων. Περαιτέρω, εύστοχα ο νομοθέτης ήδη από το 2006, με τον ν. 3500/2006, εντόπισε τις πιο προβληματικές περιπτώσεις που ανακύπτουν στον εν λόγω χώρο, ήτοι τα εγκλήματα που διαπράττονται στα πλαίσια του οικογενειακού βίου».  

Ο κ. Ζαχαριάδης μεταφέρει ότι υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας έχουν αυξηθεί και πως οι διατάξεις που ισχύουν στο πλαίσιο αυτό είναι επαρκείς. «Πράγματι η ενδοοικογενειακή βία απασχολεί ολοένα και συχνότερα τη δικαστηριακή πρακτική, με θύματα αυτής να αποτελούν κατά βάση οι γυναίκες – σύζυγοι», σημείωσε. «Οι επαυξημένες ποινές που επιφυλάσσονται στον νόμο ερείδονται ακριβώς στην ιδιαιτερότητα  των εν λόγω εγκλημάτων και στην ευάλωτη θέση του θύματος. Έτι περαιτέρω, με πλήθος διατάξεων που προβλέπονται στον ν. 3500/2006 (όπως για παράδειγμα η αυτεπάγγελτη δίωξη των τυποποιούμενων αδικημάτων, αντί της κατ’ έγκληση δίωξής της σε αντίστοιχες περιπτώσεις του Ποινικού Κώδικα) τυποποιείται μια αυξημένη και πολύπλευρη προστασία, ανεξάρτητη μάλιστα από το φύλο του θύτη και του θύματος, προσανατολισμένη αποκλειστικά προς την ευάλωτη θέση του τελευταίου», τόνισε. 

«Μία προσθήκη» 

Ο εγκληματολόγος, επίκουρος καθηγητής της Νομικής σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Κώστας Κοσμάτος, θεωρεί ότι οι γυναικοκτονίες δεν υπάρχουν στοιχεία ότι διαφοροποιήθηκαν σε αριθμούς συγκριτικά με άλλα χρόνια, καθώς δεν κρατούνται τέτοιους είδους στατιστικά. Απλώς την περίοδο αυτή που διανύουμε έχουν πολύ μεγαλύτερη προβολή και τα μέσα ενημέρωσης έχουν επικεντρωθεί σε τέτοιες περιπτώσεις, αποδίδοντας την αύξηση και στις συνθήκες της πανδημίας. Πιστεύει επίσης ότι περιστατικά έμφυλης βίας με θύματα γυναίκες συζύγους και όχι μόνον, μπορούν να αντιμετωπιστούν ποινικά πιο αυστηρά μέσα από υπάρχουσες διατάξεις και προσθήκες σε αυτές. 

«Για τις γυναίκες που αποτελούν ευάλωτο κομμάτι, όπως οι ανήμποροι και τα παιδιά, θα έπρεπε να υπάρχει αυστηροποιημένο πλαίσιο όταν τελούνται σε βάρος τους εγκλήματα όπως το πλαίσιο που προβλέπεται από το άρθρο 82Α του Ποινικού Κώδικα. Σε αυτές τις διατάξεις θα μπορούσε να προστεθεί το στοιχείο του φύλου και της ευαλωτότητας», σημείωσε ο κ. Κοσμάτος. Με το συγκεκριμένο άρθρο αντιμετωπίζονται εγκλήματα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά. 

Η συζήτηση που άνοιξε με αφορμή την αύξηση των συζυγοκτονιών με θύματα γυναίκες συζύγους, των γυναικοκτονιών, προκαλεί από ένα μεγάλο μέρος της νομικής κοινότητας και αντιρρήσεις ακόμη και ως προς τον διαχωρισμό των θυμάτων. Αναφορικά με αυτό ο καθηγητής της Νομικής του Α.Π.Θ. Θανάσης Ζαχαριάδης εκφράζει επιφυλάξεις.  «Ο νόμος αποσκοπεί στην προστασία του εννόμου αγαθού της σωματικής ακεραιότητας, το οποίο σαφώς δεν είναι διακριτό ανάλογα με το φύλο του θύματος. Η προστασία της ζωής, όπως και της σωματικής ακεραιότητας, βρίσκονται ορθώς στο επίκεντρο της ποινικής προστασίας, δικαιολογούμενα από την απαξία αυτών. Είναι όμως σημαντικότερη (ή έστω διαφορετική) η αξία τους όταν το θύμα είναι γυναίκα; Νομίζω ότι η ερώτηση είναι απολύτως ρητορική και η ανθρωποκεντρική προσέγγιση του ζητήματος αποτελεί τον μόνο ορθό τρόπο αντιμετώπισης του», υποστήριξε μιλώντας στην Karfitsa. Σημειώνει μάλιστα επεκτείνοντας τον νομικό προβληματισμό ότι «μια τέτοια προσθήκη φανερώνει υπέρμετρη επιφυλακτικότητα απέναντι στη δικαστική κρίση. Οι υποθέσεις με θύματα γυναίκες μπορεί να προκαλούν εν προκειμένω την ευαισθησία του νομοθέτη, αλλά φρονώ ότι ο τελευταίος οφείλει να δείξει την δέουσα εμπιστοσύνη στους δικαστές μας, οι οποίοι έχουν αποδείξει άλλωστε ότι κινούμενοι εντός των ισχυόντων νομοθετικών πλαισίων συναξιολογούν τις ιδιαιτερότητες κάθε υπόθεσης, αποτυπώνοντας την κρίση τους στο στάδιο επιμέτρησης της ποινής. Άλλωστε, ήδη από την εποχή του Μπεκαρία («Περί αδικημάτων και ποινών», 1764) έχει γίνει συνείδηση ότι η αποτελεσματικότητα των ποινών δεν συναρτάται τόσο με τη βαρύτητά τους όσο με τη βεβαιότητα της εφαρμογής τους», κατέληξε. 

Από την άλλη, ο καθηγητής της Νομικής του Δημοκρίτειου Στέφανος Παύλου πιστεύει ότι τα μέτρα για τέτοιου είδους εγκλήματα πρέπει να στραφούν σε άλλες κατευθύνσεις. «Θεωρώ λοιπόν εκείνο το οποίο πρέπει να μελετηθεί είναι η ανάπτυξη προληπτικών δομών και δομών ψυχολογικής υποστήριξης και προστασίας των θυμάτων της ενδοοικογενειακής βίας παρά οποιαδήποτε αλλαγή του ποινικού οπλοστασίου που είναι επαρκές», τόνισε. 

Από την έντυπη εφημερίδα Karfitsa