Η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι γνωστό ότι έχει χαρίσει στην εγχώρια και διεθνή μουσική σκηνή πολλούς καλλιτέχνες.
Μιλώντας με μουσικούς από τον τομέα του σκληρού ήχου, ανακαλύπτουμε την ιστορία δημιουργίας των συγκροτημάτων τους, καθώς τις απόψεις τους σχετικά με τη μουσική σκηνή της πόλης και τη νέα γενιά Θεσσαλονικέων μουσικών.
Chipper
Οι Chipper (πρώην Paraphenalia) είναι ένα heavy rock συγκρότημα από τη Θεσσαλονίκη που ξεκίνησε την πορεία του το 2006 και σήμερα μετρά έναν δίσκο, ένα EP και μια κυκλοφορία η οποία αναμένεται σύντομα. Μιλώντας με τον Νίκο, μέλος της μπάντας στη θέση της κιθάρας και των φωνητικών, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε την πορεία ενός συγκροτήματος με εμπειρία στον χώρο της μουσικής και την σκηνή της πόλης μας.
«Όταν ήμασταν στο σχολείο ερχόταν κάποιος στην τάξη με μπλούζα Judas Priest, οι άλλοι κοιτούσαν και έτσι μαθαίναμε μπάντες. Δανείζαμε ο ένας στον άλλο CD και δίσκους ή έβρισκε κάποιος στο πατάρι μια κλασική κιθάρα, μάθαινε το fear of the dark και κάποιος άλλος του έλεγε μάθε το μου κι εμένα. Έτσι βρισκόμασταν τελικά σε ένα υπόγειοκαι τους γείτονες να παραπονιούνται γι’ αυτό τον απαίσιο ήχο που κάναμε, ο οποίος όμως, σιγά σιγά έπαιρνε μια μορφή όσο εμείς τα παιδάκια αποκτούσαμε γνώσεις.
Οι επιρροές μας είναι πολλές. Κυρίως από τους Black Sabbath εμπνεόμαστε, αλλά ο ήχος μας συνδυάζει πολλά στοιχεία, από NWOBHM μέχρι Tool. Λόγω προσωπικών υποχρεώσεων είχαμε χαθεί και ξαναβρεθήκαμε το 2016, πήραμε το όνομα Chipper και αρχίσαμε να ξαναπαίζουμε».
«Στη Θεσσαλονίκη υπάρχει σκηνή για τον σκληρό ήχο, την αγαπάμε αυτή τη μουσική. Αλλά από τον COVID και μετά έγινε μια μεγάλη αποδιοργάνωση, διαλύθηκαν μπάντες. Στην Ελλάδα γενικά, όμως, τα πράγματα είναι δύσκολα, στον οικονομικό τομέα, τον εξοπλισμό, τις υποδομές. Είναι πολύ δύσκολο να ηχογραφήσεις, να βρεις στούντιο, να κάνεις mastering και mixing, που αυτό θα σταλθεί στο εξωτερικό, όπου θα γίνει και η κοπή του βινυλίου. Επιπλέον υπάρχει ανάγκη για προώθηση του υλικού, όχημα για την περιοδεία, διαμονή… Έχουμε φοβερές μπάντες και μουσικούς αλλά οικονομικά τα πράγματα είναι δύσκολα».
«Οι νέες γενιές είναι στεγνοί καταναλωτές. Παλιότερα όταν έπαιρνε κάποιος έναν δίσκο, το να τον ακούσει ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία, τον μελετούσες, διάβαζες τους στίχους, μάθαινες για την μπάντα. Αυτό έχει αλλάξει. Γι’ αυτό πρέπει πλέον ως καλλιτέχνης να πουλάς τον εαυτό σου. Ο κόσμος ακούει μουσική με τα μάτια.
Η νέα γενιά, επίσης, έχει πολλά προβλήματα, έχει εγωισμό. Για να γίνει μια μπάντα πρέπει να βρεις ανθρώπους που να το θέλουν και να τα βρίσκεται σε ανθρώπινο επίπεδο πάνω από όλα. Να βγαίνεις έξω με τη μπάντα και να σείεται το έδαφος. Όλοι έχουμε τις ζωές μας αλλά μια μπάντα πρέπει να λειτουργεί ως σύνολο, να μαλώνεις με την οικογένεια και τον σύντροφό σου, να πηγαίνεις στη δουλειά σου με μαύρους κύκλους… Γιατί μπορεί να σε δυσκολεύει αλλά αυτό που κάνεις, είτε παίζεις σε 50 είτε σε 1000 ανθρώπους το κουβαλάς μαζί σου και σε ευχαριστεί. Η μπάντα είναι ομάδα».
Liv
Ο Liv Project είναι ένας νέος καλλιτέχνης στο χώρο του σκληρού ήχου στη Θεσσαλονίκη που παίζει μπάσο και κιθάρα ως session musician και Rave/Trance/Techno music maker.
«Η πρώτη μου επαφή με την μουσική ήταν όταν ήμουν μικρό παιδί. O πατέρας μου είχε μια κιθάρα στο σπίτι και είχα την επιθυμία να μάθω. Μου έβαζε να ακούω rolling stones, Beatles, Ξύλινα παθιά, Πυξ Λαξ. Την αγάπη για το rave την απέκτησα όταν ο σύντροφός μου με πήγε σε μια συναυλία τέτοιου είδους».
«Προσωπικά πιστεύω ότι υπάρχουν πολύ ταλαντούχοι καλλιτέχνες. Απλά το θέμα είναι ότι για να δικαιωθούνε οι καλλιτέχνες πρέπει να υπάρξουν ευκαιρίες για παίξουν Live στο κοινό, που ως χώρα είναι λίγο δύσκολο.
Από το 2010 έχει γίνει προσπάθεια στην πραγματοποίηση των live για σκληρή μουσική αλλά παρόλα αυτά, θα έπρεπε να έχουμε ως καλλιτέχνες το δικαίωμα να μοιραζόμαστε την μουσική μας στον κόσμο χωρίς να παρακαλάμε τον κάθε μαγαζάτορα. Παλιά ήταν απλά και λιτά, δεν υπήρχε εύκολη και γρήγορη ενημέρωση. Παλιά υπήρχε λόγος να πήγαινες σε lives, δεν μπορούσες να βγάλεις βίντεο ή γενικά να το μεταδόσεις κάπου οπότε έπρεπε να πηγαίνεις αυτοπροσώπως.
Στο δικό μας είδος, στα live πηγαίνουν άτομα γιατί θέλουν να βγουν για μια μπύρα και την ίδια μέρα θα έχει και ζωντανή μουσική. Ο 21ος αιώνας είναι η εποχή των λαϊκών, ρεμπέτικων, τραπ… Εμείς του νεοέλληνα δεν θα του τραβήξουμε το ενδιαφέρον».
Remnant
Οι Remnant είναι μια νέα μπάντα στο χώρο της χέβι μέταλ που δημιουργήθηκε το 2021. Αυτή τη στιγμή, παρά τις δυσκολίες που έχουν ανακύψει, σχεδιάζουν να κυκλοφορήσουν σύντομα τον πρώτο τους δίσκο ενώ έχουν ήδη πραγματοποιήσει συναυλίες εντός κι εκτός Θεσσαλονίκης. Ο Γιάννης (φωνητικά) και ο Θάνος (ντραμς) μας μοιράζονται την εμπειρία τους ως ερασιτέχνες μουσικοί και συζητούν τις μουσικές τάσεις της πόλης μας.
(Γ.) «Ακούω μέταλ από πριν έρθω στον κόσμο! Κάποια κομμάτια που μου αρέσουν και για κάποιο λόγο τα γνώριζα χωρίς να ξέρω γιατί, νιώθω ότι τα γνωρίζω επειδή τα άκουγε η μητέρα μου όταν ήταν έγκυος σε μένα. Επίσης, όταν ήμουν μικρός οι γονείς μου θυμούνται ένα περιστατικό που έκλαιγα ασύστολα και με ηρέμησαν με Iron Maiden.
(Θ.) Εγώ ξεκίνησα από τα 8 να ακούω σκληρή μουσική. Θυμάμαι να ακούω ACDC στο ραδιόφωνο με τον πατέρα μου. Έκτοτε με τράβηξε αυτού του είδους η μουσική, ο ρυθμός, η παραμόρφωση. Κατάλαβα ότι ανήκω σ’ αυτόν τον χώρο και άρχισα να εμβαθύνω σε extreme metal».
(Γ.) «Οι Remnant ξεκίνησαν από τη μουσική ομάδα της αρχιτεκτονικής ΑΠΘ ως cover band, στο πλαίσιο των εμφανίσεων για την ομάδα. Προετοιμάζοντας κάποια κομμάτια, ανακαλύψαμε ότι έχουμε πολύ καλή χημεία και έπειτα το live με την ομάδα καταλάβαμε ότι αυτή η μπάντα έπρεπε να γράψει τη δικιά της μουσική.
(Θ.) «Αυτή την περίοδο στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει μουσική σκηνή. Τα μουσικά ρεύματα κάνουν κύκλους και το μεταλ αυτή την στιγμή βρίσκεται σε ύφεση. Ούτε οπαδοί υπάρχουν προς το παρόν, αλλά πιστεύω ότι κάποια στιγμή η μουσική θα αναβιώσει και θα αποκτήσει τη δυναμική που είχε, αλλά τώρα αν είσαι μεταλλάς στο 2024 είσαι δακτυλοδεικτούμενος».
(Γ.) Το πρόβλημα με τη μουσική είναι ότι ο κόσμος δεν έχει την προσοχή να ακούσει. Όλες οι εταιρίες προώθησης κυνηγάνε το οπτικό και όχι το μουσικό στοιχείο.
(Θ.) Προφανώς έχει σημασία και η εικόνα, αλλά αν η μπάντα ποντάρει μόνο στη σκηνική παρουσία θα σταματήσει κάποια στιγμή να παίζει επειδή το πάθος είναι αυτό που σε κάνει να συνεχίζεις, όχι το image.
Το μέταλ είναι ομαδική υπόθεση. Οι πιθανότητες να συγκρουστεί κάποιος με τους συνεργάτες του σε άλλα είδη μουσικής είναι μικρότερες από ότι στη μέταλ, καθώς οι μπάντες έχουν περισσότερα άτομα τα οποία ίσως να μην ταιριάζουν ακριβώς σε συνθετικό η συμπεριφορικό επίπεδο.
(Γ.) Παίζει μεγάλο ρόλο να υπάρχει ομαδική δουλειά. Έχουμε όλοι καλλιτεχνικές ανησυχίες αλλά αν περιμένεις από τον άλλο να εκτελεί απλά αυτά που του λες εσύ κάνεις μεγάλο λάθος και αυτό δε θα είναι βιώσιμο».
Notation Must Die
Οι Notation Must Die είναι μια μπάντα που συνδυάζει στοιχεία hardcore και punk, η οποία ξεκίνησε μόλις τον Δεκέμβριο του 2023. Μιλώντας με τους Τάσο (ντραμς), Μίμη (κιθάρα), Νίκο (μπάσο) και Λουκά (φωνή), είχαμε την ευκαιρία να έρθουμε σε επαφή με το κλίμα αισιοδοξίας που φαίνεται να διέπει τους νεαρούς μουσικούς της πόλης.
(Τ.)«Εγώ κι ο Μίμης γνωριζόμασταν μέσω των social media και ήρθαμε σε επαφή μέσω ενός κοινού γνωστού και μετά από δυο χρόνια, όταν βρεθήκαμε πλέον στην ίδια πόλη, αποφασίσαμε ότι είναι η κατάλληλη ευκαιρία να κάνουμε μια μπάντα. Καλέσαμε τον Νίκο να μπει στο σχήμα και ο Λουκάς, σαν από μηχανής θεός, έψαχνε μπάντα τότε οπότε τον εντάξαμε.΄Ήταν οι κατάλληλες συνθήκες, το τέλειο timing».
(T.) «Ουσιαστικά, οι γονείς, οι φίλοι, οι δάσκαλοι κι οι γνωστοί μας, ήταν ο λόγος που αρχίσαμε να έχουμε επαφή με την παραδοσιακή μέταλ- Metallica, Ozzy, Black Sabbath, και μέσω αυτ’ων τωνν αρχικών ακουσμάτων και του ίντερνετ ανακαλύψαμε αυτόν τον πιο μοντέρνο ήχο.
(Λ.) Ο ήχος μας έχει πολλές επιρροές, δεν είναι τυπικό punk όπως θα το περίμενες. Αλλά η θεματολογία είναι ξεκάθαρα punk, είναι η ενέργεια».
(Λ.) «Στη Θεσσαλονίκη νιώθω ότι υπάρχουν μέρη να παίξουν οι μουσικοί αλλά δεν υπάρχουν τόσες μπάντες».
(Τ.) «Εγώ κι ο Νίκος, την περίοδο 2015-19, πηγαίναμε σε διαφορετικό τοπικό λάιβ κάθε εβδομάδα. Πριν χτυπήσει ο COVID, η σκηνή ήταν αρκετά ψηλά για τα δεδομένα της πόλης. Από εκεί και μετά όμως, έχω παρατηρήσει ότι πολλές μπάντες δεν είναι ενεργές, ίσως, μεταξύ άλλων, επειδή τα μέλη μεγάλωσαν και απέκτησαν άλλες υποχρεώσεις. Υπάρχουν ακόμα οπαδοί αλλά κι αυτές οι μπάντες που είναι ενεργές δεν προωθούν καλά το υλικό τους».
(Μ.) «Υπάρχουν πάρα πολλά venues. Το μεγαλύτερο θέμα και το μεγαλύτερο ζόρι είναι να βρεις άτομα να παίξετε μαζί γιατί τα συγκροτήματα είναι περιορισμένα».
(Λ.) «Σχετικά με την ιδιότητα του μουσικού, εγώ προσωπικά μεγάλωσα σε μια μικρότερη πόλη [Φλώρινα] που υπήρχε κριτική προς τα άτομα που ασχολούνταν με μουσική. Πλέον αυτό δεν βρίσκεται τόσο στη ζωή μου, όχι τόσο επειδή έχουν αλλάξει οι απόψεις αλλά επειδή έχω χτίσει τον κύκλο μου γύρω από άτομα που με υποστηρίζουν».
(Λ.) «Μπορεί οι οπαδοί της μέταλ να είναι πιο γνήσιοι αλλά πλέον η οργανική προώθηση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Εγώ θεωρώ ότι πρέπει να το παραδεχτούν όλοι οι καλλιτέχνες αυτό, να αποδεχτούν ότι η προώθηση δεν γίνεται μόνο από στόμα σε στόμα ».
(Μ.)«Νιώθω ότι υπάρχει πολύς κόσμος που θέλει να κάνει μπάντες αλλά απαιτεί αφοσίωση. Παλιότερα μπορούσες να ζήσεις, το ταλέντο σε πήγαινε πιο μακριά».
(Τ.) «Τα μίντια παίζουν τεράστιο ρόλο και επισκιάζουν το ταλέντο. Τα περισσότερα άτομα στα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι μουσικοί οπότε δύσκολο να αναγνωρίσουν το ταλέντο, αλλά μπορούν να δούν μια εικόνα και να μαγευτούν από αυτή, κι έτσι να καταλήξουν φανς μιας μπάντας».
«Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει αλαζονεία στη γενιά μας, αλλά αυτό που γίνεται είναι ότι οι μουσικοί και οι φανς έχουν θέσει πιο ψηλά τα στάνταρ γιατί μαθαίνουν να απαιτούν περισσότερα πράγματα σχετικά με αυτό που κάνουν».
(Τ.)«Η αλήθεια είναι ότι για να παραχθεί ένα έργο χρειάζονται πολλά άτομα. Μόνο για το visualiser μας στο Youtube χρειάστηκαν οχτώ άτομα. Στα λάιβ εννοείται ότι κουβαλάμε τα πάντα μόνοι μας».
«Τώρα είμαστε στη φάση που έχουμε ένα κομμάτι ανεβασμένο και άλλα δυο έτοιμα που θα τα ηχογραφήσουμε σύντομα και θα τα κυκλοφορήσουμε ως single».
(Γ.)«Μας νοιάζει περισσότερο να βγει καλό και όπως θέλουμε το αποτέλεσμα παρά να ρίχνουμε υλικό κάθε μήνα. Η ταχύτητα έχει και σχέση με ότι δεν είμαστε σε δισκογραφική αλλά όλη η κυκλοφορία είναι εντελώς DIY».
(Λ.) «Με τη μουσική θέλω να είμαστε ιδιαίτεροι, να έχουμε χαρακτήρα, να μας ακούν και να λένε είτε ότι είμαστε εντελώς καλοί ή εντελώς χάλια, αλλά όχι μέτριοι. Έχουμε πάρα πολλές προσδοκίες για τη μπάντα».
(Λ.) «Όποιος το διαβάζει αυτό: Κάντε μπάντες! Γύρισα τον κόσμο ανάποδα για να τους βρω αυτούς και είμαι πολύ χαρούμενος».
(Γ.) «Στην Ελλάδα υπάρχει πολλή αλληλεγγύη σε αυτή τη σκηνή. Μην φοβάστε να κάνετε μπάντες».



