Η Google καταδικάστηκε για παραβίαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας των ΗΠΑ, κατηγορία που αφορά την «αυτοκρατορία αναζήτησης» που έχει δημιουργήσει στο διαδίκτυο.
Αυτή η απόφαση αποτελεί μια σημαντική δικαστική ήττα για την Google, με πιθανότητες να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο εκατομμύρια Αμερικανοί αντλούν πληροφορίες στο διαδίκτυο και να ανατρέψει δεκαετίες κυριαρχίας.
Ο δικαστής Αμίτ Μέτα αποφάσισε ότι η Google παραβίασε το άρθρο 2 του Νόμου Σέρμαν, της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας των ΗΠΑ, διατηρώντας μονοπώλιο στις υπηρεσίες αναζήτησης και διαφήμισης.
«Μετά από προσεκτική εξέταση και στάθμιση των καταθέσεων και των στοιχείων των μαρτύρων, το δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Google είναι μονοπώλιο και ενήργησε με τρόπο που της επέτρεψε να διατηρήσει το μονοπώλιό της», ανακοίνωσε ο Μέτα.
Η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Περιφέρειας της Κολούμπια επηρεάζει μία από τις πιο σημαντικές και μακροχρόνιες επιχειρηματικές δραστηριότητες της Google. Η Google έχει δαπανήσει δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια σε αποκλειστικές συμβάσεις για να εξασφαλίσει κυρίαρχη θέση ως προεπιλεγμένος πάροχος αναζήτησης σε smartphones και προγράμματα περιήγησης παγκοσμίως.
Αυτές οι συμβάσεις της έδωσαν τη δυνατότητα να αποκλείει ανταγωνιστές όπως το Bing της Microsoft και το DuckDuckGo, σημείωσε η αμερικανική κυβέρνηση σε μια ιστορική αντιμονοπωλιακή αγωγή που είχε κατατεθεί επί προεδρίας Ντόναλντ Τραμπ. Σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, αυτή η στρατηγική πρέπει να σταματήσει.
Ο δικαστής Μέτα επισήμανε ότι οι αποκλειστικές συμφωνίες της Google με την Apple και άλλες μεγάλες εταιρείες του οικοσυστήματος κινητής τηλεφωνίας έπλητταν τον ανταγωνισμό. Επίσης, η Google επιβάλλει υψηλές χρεώσεις για διαφήμιση στην αναζήτηση, κάτι που αντανακλά τη μονοπωλιακή της δύναμη, σύμφωνα με το δικαστήριο.
Η υπόθεση κατά της Google είναι μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας ελέγχου και συμμόρφωσης των μεγάλων εταιρειών που κατηγορούνται ότι μονοπωλούν το διαδίκτυο, μια προσπάθεια που βρίσκεται σε εξέλιξη τόσο από τις αρμόδιες αρχές στις ΗΠΑ (υπουργείο Δικαιοσύνης και Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου) όσο και από τις ευρωπαϊκές ρυθμιστικές αρχές.
Πηγή: Guardian



