ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

eikosiduos-thema-karfitsa

Του Λευτέρη Ζαβλιάρη

Πριν μια δεκαετία περίπου, στην οδό Κούσκουρα άνοιγε ένα σουβλατζίδικο. Πολλοί θεώρησαν το συγκεκριμένο εγχείρημα «τρελό». Ο λόγος; Η Μητροπόλεως και η Τσιμισκή έβλεπαν τότε το «λαϊκό» σουβλάκι αφ’ υψηλού. Δεν χωρούσαν ψησταριές και κάρβουνα στους χλιδάτους εμπορικούς δρόμους της Θεσσαλονίκης. Ήταν η εποχή των «παχέων αγελάδων», που το εμπόριο στο κέντρο της πόλης μεταφραζόταν στην αγορά ενδυμάτων και παπουτσιών με τριψήφια ή ακόμα και τετραψήφια τιμή σε ευρώ. Τα χρόνια πέρασαν και τα μαγαζιά με τις απλησίαστες βιτρίνες έκλεισαν. Τη θέση των καταστημάτων με άρωμα Μιλάνου και Παρισιού παίρνουν οι σχάρες, τα τηγάνια και οι κατσαρόλες. Το μικρό σουβλατζίδικο που άνοιξε εκεί που βρισκόταν τα ιστορικά παγωτά της «Ωραίας» υπάρχει ακόμα. Το σουβλάκι με την πίτα, από την αφάνεια πρωταγωνιστεί στην καρδιά της Θεσσαλονίκης. Πίσω από αυτή την επιτυχία μια γνώριμη φιγούρα της πόλης. Κωμικός, με χιούμορ, αλλά από ό,τι φάνηκε δεινός επιχειρηματίας. Ο Δημήτρης Εικοσιδυός ή Δημητριάδης όπως είναι το πραγματικό του όνομα κατάφερε να μείνει όρθιος με το σουβλάκι των δύο ευρώ ανοίγοντας στην ακμή του κατωφλιού των Ολυμπιακών Αγώνων, πέρασε αλώβητος από την κρίση και συνεχίζει να βλέπει τις ουρές έξω από το «Ντερλικατέσεν».

Οι στραβοί πελάτες

«Ρώτα με ό,τι θες, είμαι ψώνιο, είναι χαρά μου», μας λέει φιλοξενώντας μας στα «άδυτα» κάτω ακριβώς από το σουβλατζίδικό του. Το υπόγειο του μικρού μαγαζιού είναι τετραπλάσιο. «Είναι σαν το παγόβουνο, το κομμάτι στην επιφάνεια κάνει εντύπωση αλλά το κάτω είναι μεγαλύτερο», μας λέει χαρακτηριστικά. Έξω από το μαγαζί δεν μπορούμε να κάνουμε συνέντευξη. Τρέχει, αεικίνητος, να μαζέψει μουστάρδες, κέτσαπ, λαδόκολλες, αποφάγια και να δώσει πιρούνι σε μια κυρία για να φάει τις πατάτες της. «Αυτό που με ηδονίζει είναι να κάνω καλά τους στραβούς πελάτες», μας λέει. Σύμφωνα με τον ίδιο εάν έρθει ένας καλόβολος πελάτης και πει ότι είναι πολύ ωραίο το σουβλάκι, τότε όλα είναι μια χαρά. «Ο στραβός πελάτης θα σου πει ότι το σουβλάκι είναι ωμό, είναι καμένο, δεν μου άρεσε, το αλάτι ήταν πολύ ή ήταν λίγο. Ε, λοιπόν, εάν εγώ ή κάποιο από τα παιδιά της ομάδας τον κάνει αυτόν τον πελάτη να φύγει ευχαριστημένος, τότε έχουμε λίγες πιθανότητες περισσότερο να μείνουμε όρθιοι», τονίζει ο Δημήτρης Εικοσιδυός.

Μας ξεναγεί μετά στα ενδότερα του υπογείου. Η μία κουζίνα έγιναν δύο, μετά μπήκε και η αποθήκη και πλαισιώνουν το γραφειάκι που γίνονται οι συσκέψεις. Αυτοκινητάκια, μια φανέλα της εθνικής από το Euro 2004, χαμός κανονικός. Μας κόβει ένα κομμάτι χαρτί κουζίνας να σκουπίσουμε τον ιδρώτα μας. «Δεν έχουμε κλιματιστικό!», λέει γελώντας.

Ο συντηρητικός Θεσσαλονικιός

Η πόλη από το 2003 που άνοιξε το μαγαζί έχει αλλάξει πολύ. Τι κι αν γίνονται όμως Gay Pride ή γυμνές ποδηλατοδρομίες, ο Θεσσαλονικιός στο φαΐ του μένει σταθερός. «Δέκα χρόνια δεν χρειάστηκε να αλλάξουμε τον κατάλογο. Πιστεύω είναι συντηρητικός και γενικότερα. Όλα αυτά τα χρόνια βλέπω ότι ανοίγουν διάφορα καταστήματα είτε κινέζικα, είτε ταϊλανδέζικα, δεν άνοιξαν πολλά. Αυτά τα μαγαζιά δεν έμειναν πολύ καιρό. Ο κόσμος θέλει τις γεύσεις που ξέρει φαντάζομαι», λέει ο Εικοσιδυός, ένας από τους ελάχιστους ανθρώπους του χώρου του, αν όχι ο μόνος, που επαγγέλλεται «σουβλατζής» στην κάρτα του. Ο ίδιος χαρακτηρίζει το σουβλάκι «σταθερή αξία» και είναι ένας από τους λόγους που ο δημοφιλής γύρος δεν μπήκε ποτέ στο μαγαζί του. Απλά «ανέβασε» το σουβλάκι και το έκανε πιο γνωστό από ό,τι ήταν. Οι όροι «δικάβαλο», «καποτένιο» και «σουβλούρι» μόνο τυχαίοι δεν ακούγονται. Ήταν απλά το σουβλάκι αλλιώς.

Τον ρωτάμε εάν έβγαλε λεφτά από τα σουβλάκια. «Τη δεκαετία που ασχολούμαι με την εστίαση έβγαλα χρήματα, που δε θα έβγαζα από την προηγούμενη επιχείρηση με σιδερικά», λέει. Ωστόσο, όπως τονίζει, ο εστιάτορας πρέπει να ξέρει ότι κάθε βράδυ τα 100 ευρώ που έχει στο συρτάρι δεν είναι δικά του. «Δικά σου είναι τα 10 ευρώ. Αν το τηρείς αυτό μπορείς να μείνεις όρθιος, αλλιώς κλείνεις σε δύο χρόνια», μας λέει και τρέχει να σερβίρει μια πιατέλα σουβλάκια κοτόπουλο. Οι παρέες περιμένουν…

Σχολιάστε