ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

kentriko-psaragora-k

Του Λευτέρη Ζαβλιάρη

Δυνατές φωνές που διαλαλούν τη φρέσκια πραμάτεια, πάγος, χρώμα και μυρωδιά θάλασσας. Αυτές οι λέξεις μπορούν εν μέρει να περιγράψουν τι συμβαίνει καθημερινά στην κεντρική ιχθυαγορά της Θεσσαλονίκης που βρίσκεται ανάμεσα στα κρεοπωλεία και τα μανάβικα της Κεντρικής Αγοράς. Το μακρινό 1966, ο Ηλίας Δημητριάδης στην οδό Ασκητού του Καπανίου ανοίγει ένα ιχθυοπωλείο το οποίο έμελε και να δημιουργήσει μια παράδοση ποιότητας. Σχεδόν μισό αιώνα μετά, οι εγγονοί του Μιχάλης και Ηλίας συνεχίζουν την παράδοση, προσφέροντας στους Θεσσαλονικείς τα «δώρα» της θάλασσας.

Στο πολύβουο Καπάνι ο Μιχάλης Δημητριάδης, ένα από τα νεότερα αφεντικά στην κεντρική αγορά, μετρά ήδη αρκετά χρόνια ανάμεσα στις τσιπούρες, τα χταπόδια, τις γαρίδες και τις σαρδέλες. Μια βόλτα από το Καπάνι για φρέσκο ψάρι μπορεί να είναι ένα πολύχρωμο ταξίδι, ενώ δεν είναι λίγοι και οι τουρίστες που απαθανατίζουν με τις φωτογραφικές τους μηχανές την παραδοσιακή αγορά. Όμως για τον ιχθυοπώλη μια συνηθισμένη μέρα μόνο εύκολη δεν μπορεί να είναι. Από τα μεσάνυχτα στην ιχθυόσκαλα για την εξασφάλιση του εμπορεύματος, στη συνέχεια εξυπηρέτηση του κόσμου, καθαριότητα και κλείσιμο αργά το απόγευμα. Η Karfitsa έκανε τη βόλτα της στο Καπάνι και μίλησε με το Μιχάλη στον «Θαλασσόκηπο» του για το περίφημο «Χρηματιστήριο» του ψαριού.

Τα ακριβά και τα φθηνά

mixalis-ilias-dimitriadis
Ο Μιχάλης Δημητριάδης μαζί με τον αδερφό του Ηλία

Η μέρα ενός ιχθυοπώλη ξεκινά όταν οι υπόλοιποι πάμε για ύπνο. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα στην ιχθυόσκαλα της Νέας Μηχανιώνας, οι «φυλές» του ψαριού συναντιούνται, κάνουν τα παζάρια τους και τα πρώτα φορτηγά ξεκινούν γεμάτα φρέσκο ψάρι για το κέντρο. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνεται και το πρωί. «Το φορτηγό που έρχεται το πρωί φέρνει τα καλά αφρόψαρα, που έχουν αλιευθεί πρωινές ώρες. Είναι ακόμα ζωντανά στο κιβώτιο. Σαρδέλα, γαύρος, κολιοί και σαφρίδια είναι τα πρωινά ψάρια», μας εξηγεί ο Μιχάλης Δημητριάδης. Μετά ακολουθούν, τα λεγόμενα «καθαρά» και ακριβότερα ψάρια. Τα φαγκριά, οι συναγρίδες, τα μουσμούλια, οι πελαγίσιες τσιπούρες, οι καραβίδες, οι γαρίδες, οι φέτες μαγιάτικου και ξιφία είναι τα κοσμήματα του πάγκου.

«Το ψάρι είναι χρηματιστήριο. Τυχαίνει να πάρεις μια συναγρίδα και να την πουλήσεις 56 ευρώ το κιλό και την άλλη μέρα να την πουλήσεις 30», τονίζει ο Μιχάλης όταν τον ρωτάμε ποια είναι η ακριβότερη πώληση που έχει κάνει. Όσο για τα μεγαλύτερα μεγέθη ψαριών που έχουν έρθει στο ιχθυοπωλείο έχει να μας πει αρκετές ιστορίες. Από ένα φαγκρί 13 κιλών και 800 γραμμαρίων και ένα μαγιάτικο στα 45,5 κιλά έως και ένα σπαθόψαρο, καρχαριοειδές, το 2006 το οποίο ζύγιζε πάνω από 115 κιλά. «Χρειάστηκε να το κουβαλήσουμε τρία με τέσσερα άτομα και έπιανε σχεδόν ολόκληρο τον πάγκο. Όσο για να το καθαρίσουμε μας πήρε περίπου δύο ώρες», αναφέρει χαμογελώντας ο Μιχάλης Δημητριάδης.

Με τους… παλιούς

Η δουλειά όταν βρίσκεσαι σε ένα γωνιακό ιχθυπωλείο στο Καπάνι δεν σταματά ποτέ. Για να μιλήσουμε με το Μιχάλη πρέπει πρώτα να διευθετηθούν και οι τελευταίες λεπτομέρειες. Η πρώτη και εύλογη ερώτηση έχει να κάνει για το πώς εγκλιματίστηκε ένας νέος άνθρωπος 20 χρονών στο «σκληρό» Καπάνι. «Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο να συμβιβαστείς με τον κόσμο και το προσωπικό γιατί πολύ απλά είναι όλοι μεγαλύτεροι σου. Ήταν όλοι της παλιάς γενιάς. Χρόνο με το χρόνο όμως εκσυγχρονίστηκαν και έχουμε έρθει στα ίδια επίπεδα. Δεν υπάρχει πλέον πρόβλημα επικοινωνίας με κάποιον. Δεν υπάρχει πλέον το χάσμα γενεών που ίσως υπήρχε παλαιότερα», μας εξηγεί ο 28χρονος πλέον Μιχάλης που κρατά και τα ηνία της επιχείρησης.

Τι μπορεί να αλλάξει όμως ένας νέος επιχειρηματίας στο Καπάνι; Λίγα πράγματα σύμφωνα με τον νεαρό ιχθυοπώλη. «Στην ουσία αναπαλαιώσαμε ένα κατάστημα στην κεντρική αγορά. Άλλωστε η ομορφιά της κεντρικής αγοράς είναι ότι παραπέμπει στην παλιά Θεσσαλονίκη, οπότε δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε κάτι το εντελώς καινούργιο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Μιχάλης Δημητριάδης την ώρα που ο μεγαλύτερος αδερφός του Ηλίας δεν σταματά στον διπλανό πάγκο να καθαρίζει ψάρια για τους πελάτες.

Από τα θρανία στο… μαγαζί

Η εύλογη απορία είναι πώς ασχολήθηκε με το οικογενειακό ιχθυοπωλείο την ώρα που άτομα της ηλικίας του κάνουν ακόμα μεταπτυχιακά. «Το θρανίο δεν μου άρεσε καθόλου και αποφάσισα να μην σπουδάσω. Τη δουλειά όταν ήμουν μικρός δεν την αγαπούσα γιατί δεν την ήξερα. Σιγά σιγά, χρόνο με το χρόνο την αγαπούσα όλο και περισσότερο και αυτό γίνεται καθημερινά», σημειώνει ο Μιχάλης Δημητριάδης. Άλλωστε ο πατέρας του σε λίγο καιρό συνταξιοδοτείται και τα δυο αδέρφια θα συνεχίζουν την παράδοση με έμφαση στην ποιότητα, την καθαριότητα και την ποικιλία, ενώ είναι το μοναδικό ιχθυοπωλείο πιστοποιημένο με ISO. Τον ρωτάμε για το πώς βλέπει το μέλλον του. «Προσπαθώ να την επεκτείνω τη συγκεκριμένη δουλειά γιατί πιστεύω ότι είμαι καλός σε αυτό. Νιώθω ότι την ξέρω αρκετά καλά. Ωστόσο, πάντα μαθαίνεις. Δε σταματάς να μαθαίνεις ποτέ σε αυτή τη δουλειά και πάντα θα κάνεις λάθη», μας λέει.

Σχολιάστε