14:56, Δευτέρα
23 Μαΐου 2022

Κ.Παπαζάχος: Στην Ελληνική επικράτεια υπάρχουν πολλά κτίρια που δεν έχουν διασφαλισμένη σεισμική επάρκεια

Ο καθηγητής Γεωφυσικής του ΑΠΘ Κώστας Παπαζάχος μιλά στην karfitsa για τις σεισμικές μικροεξάρσεις, καθώς υπάρχει ελαφρά αυξημένη σεισμική δραστηριότητα που συμβαίνει συχνά μετά από ένα μεγάλο σεισμό.

Επίσης, αναφέρθηκε στις προδιαγραφές των κτιρίων στην Ελλάδα που δυστυχώς πολλά από αυτά δεν έχουν διασφαλισμένη σεισμική επάρκεια, ενώ ανέλυσε τα μοντέλα προβλεψιμότητας των σεισμών για το μέλλον.

Υπάρχει κάποια εξήγηση για την αυξημένη σεισμική δραστηριότητα τον τελευταίο καιρό;

 Δεν έχουμε κάποια ιδιαίτερα αυξημένη σεισμική δραστηριότητα, υπάρχουν κάποιες μικροεξάρσεις σε κάποιες περιοχές. Γενικά, έχουμε μια ελαφρά αυξημένη σεισμική δραστηριότητα μετά τον σεισμό της Σάμου. Συμβαίνει αυτό συχνά μετά από ένα μεγάλο σεισμό στον ελληνικό χώρο, δηλαδή η σεισμικότητα να εμφανίζει παροδικές διακυμάνσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι από μόνο του. Θα πρέπει να εξαιρέσουμε την περιοχή του νοτιοανατολικού Αιγαίου, που εκεί πράγματι οι σεισμοί στις περιοχές του Αρκαλοχωρίου, Ζάκρου, οι πρόσφατοι σεισμοί που έγιναν στην Κάσο, αλλά και πιο νότια στην Ανατολική Μεσόγειο, δείχνουν μια διέγερση. Η υπόλοιπη σεισμική δράση που υπάρχει στον ελληνικό χώρο π.χ. οι σεισμοί στην Φλώρινα και στην Χαλκιδική είναι συνηθισμένα φαινόμενα, ανάλογα με τη φυσιολογική σεισμική δραστηριότητα στον ελληνικό χώρο.

 Πόσο πρέπει να ανησυχούμε για τις σεισμικές ακολουθίες στην Φλώρινα;

Οι σεισμικές δραστηριότητες στην Φλώρινα εξελίσσονται πολύ ομαλά, σιγά-σιγά “σβήνει” η ακολουθία, όσο πηγαίνει και η σεισμικότητα είναι όλο και πιο φυσιολογική και περιορισμένη. Παρόλο που το ρήγμα είναι κοντά στην πόλη της Φλώρινας και αυτό προκάλεσε μία ανησυχία, από ότι φαίνεται  η σεισμική δραστηριότητα εξελίσσεται ομαλά. Θα υπάρχουν κάποιοι μετασεισμοί και το επόμενο χρονικό διάστημα, αλλά οι μετασεισμοί όσο θα πάνε και θα μειώνονται και πιθανότητα σε λίγο καιρό θα ξεχάσουμε τελείως τη συγκεκριμένη ακολουθία.

Σεισμός Φλώρινα

 Οι προδιαγραφές των κτιρίων είναι συμβατές με μία σεισμογενή χώρα σαν την Ελλάδα;

Είναι προφανές ότι στην Ελλάδα υπάρχουν διάφορων ειδών κτίρια, υπάρχουν κτίρια τα οποία χτίζονται τώρα  με τους νεότερους και πιο σύγχρονους σεισμικούς κανονισμούς. Όμως, έχουμε και κτίρια παλαιότερα,  τα οποία έχουν χτιστεί σε ιστορικούς χρόνους, χωρίς κανέναν κανονισμό, έχουμε μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς (π.χ. κλασικά, βυζαντινά, ρωμαϊκά, κλπ.), καθώς και κτίρια τα οποία χτίστηκαν σε μεταγενέστερες εποχές τα οποία είναι π.χ. αυθαίρετα, τα οποία νομιμοποιήθηκαν  χωρίς να υπάρχει κάποια ιδιαίτερη πρόνοια για την αντισεισμική τους ασφάλεια. Άρα, αυτή τη στιγμή έχουμε πολύ μεταβαλλόμενης ποιότητας δομικό ιστό και προφανώς όσο πιο καινούργιο είναι ένα σπίτι και πιο σύγχρονο είναι συνήθως έχει μεγάλη σεισμική ασφάλεια και αντοχή. Αυτό, δεν σημαίνει πως τα παλιά κτίρια είναι ακατάλληλα, απλά είναι πιο πιθανό να συναντήσουμε κτίρια τα οποία είναι προβληματικά σε ότι αναφορά την αντισεισμική τους συμπεριφορά στα παλαιότερα κτίρια, γιατί η τεχνολογία, η τεχνογνωσία, αλλά και το νομικό πλαίσιο ήταν πολύ πιο πίσω από το σημερινό. Έτσι δυστυχώς στην Ελληνική επικράτεια υπάρχουν ακόμα πολλά κτίρια που δεν έχουν διασφαλισμένη σεισμική επάρκεια.

 Πιστεύετε ότι θα φτάσει κάποια μέρα που οι σεισμολόγοι θα μπορούν να κάνουν βραχυπρόθεσμη πρόβλεψη σεισμών;

Νομίζω πως αν δεν γίνει κάτι κοσμοϊστορικό, είναι εξαιρετικά δύσκολο και αυτό γιατί η έρευνα μέχρι σήμερα δείχνει ότι ο βραχυπρόθεσμος δρόμος προς την πρόγνωση είναι επιστημονικά μη εφικτός. Μικρές μεταβολές στις συνθήκες που ισχύουν πριν από μία σεισμική διάρρηξη (π.χ. στην κατάσταση του φλοιού), μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλες μεταβολές στο πότε και που θα εκδηλωθεί ένας ισχυρός σεισμός. Κατά συνέπεια οι παράγοντες που διαμορφώνουν τις λεπτομέρειες, όχι τόσο του χώρου και του μεγέθους, αλλά κυρίως του χρόνους γέννεσης είναι τέτοιες και τροποποιούνται με τέτοιο τρόπο στη φύση, που πρακτικά φαίνεται δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να επιτευχθεί η βραχυπρόθεσμη πρόγνωση.

Αντίστοιχα πιστεύω ότι οι προσπάθειες μεσοπρόθεσμης ή μακροχρόνιας πρόγνωσης ενδεχομένως έχουν πολύ καλύτερη τύχη, γιατί βασίζονται σε στατιστικά μοντέλα τα οποία σε μεγάλα χρονικά διαστήματα  έχουν μεγαλύτερη ασφάλεια. Επιπλέον, είναι πολύ πιο εφικτό για μια πολιτεία να προγραμματίσει μεσοπρόθεσμα μια αντισεισμική πολιτική, παρά για μια κοινωνία να ανταποκριθεί σε μια προειδοποίηση για ισχυρό σεισμό. Αν φανταστούμε την περίπτωση που θα ξέραμε δέκα λεπτά πριν τη γένεση ενός σεισμού μεγέθους 5,5 ρίχτερ που θα γινόταν αύριο στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Πόσες επιπτώσεις θα είχε ο σεισμός και πόσες επιπτώσεις θα είχε μία ανακοίνωση στα ΜΜΕ ότι θα γίνει σε λίγο ένας σεισμός 5,5 ρίχτερ; Ενδεχομένως υπάρχει ένα σοβαρό θέμα, ακόμα και αν ήταν επιστημονικά εφικτή η βραχυπρόθεσμη πρόγνωση, ίσως να μην ήταν διαχειρίσιμη ως πληροφορία, κατά συνέπεια πιθανόν να μην ήταν πρακτικά ωφέλιμη για την κοινωνία.

 Αντίθετα ένας μακροπρόθεσμος σχεδιασμός πολύ πιο πιθανό να είναι πρακτικά ωφέλιμος γιατί σου δίνει τον χρόνο να λάβεις όλα εκείνα τα μέτρα, ώστε να περιορίσεις τις επιπτώσεις του σεισμού, όταν και όποτε γίνει.

Πόσο έχει προχωρήσει η επιστήμη της σεισμολογίας στα μοντέλα προβλεψιμότητας τα τελευταία χρόνια;

Γενικά, υπάρχει μια αρκετά καλή πρόοδος στη σεισμολογία. Θα έλεγα πως η πρόγνωση πολλές φορές κατηγορείται ως συνώνυμη με την μαγεία, ειδικά στην επιστήμη της σεισμολογίας, επειδή σε πολλές περιπτώσεις έχουμε απογοητευτεί από μοντέλα πρόγνωσης, τα οποία ήταν πολλά υποσχόμενα και στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ήταν όχι και τόσο αποτελεσματικά. Η πρόοδος είναι σταθερή αλλά αργή, εμφανίζονται συνεχώς νέες προσπάθειες και προσεγγίσεις, επειδή υπάρχουν αστοχίες ή προβλήματα σχετικά με την ακρίβεια των μεθόδων. Βλέπετε, δεν αρκεί ένα μοντέλο να προβλέπει τους σεισμούς, πρέπει να το κάνει και με αξιοπιστία. Αν δηλαδή μας δίνανε οι μετεωρολόγοι την αυριανή πρόγνωση του καιρού με βεβαιότητα 50% δεν θα ήμασταν ικανοποιημένοι. Κατά συνέπεια, πρέπει μία μέθοδος πρόγνωσης να είναι αρκετά αξιόπιστη, για να μπορεί η κοινωνία να την αξιοποιήσει και πρακτικά. Υπάρχει πρόοδος, αλλά είναι σχετικά περιορισμένη, ακριβώς γιατί το πρόβλημα είναι πολύ πιο δύσκολο από ότι φανταζόμασταν αρχικά.