, Τετάρτη
30 Νοεμβρίου 2022

Χ. Κούνιο: «Ποτέ πια» – Ένας επιζών του Άουσβιτς θυμάται…

Η φωνή του 92χρονου, σήμερα, Χάιντς Κούνιο, που κατάφερε να επιζήσει από το κολαστήριο του Άουσβιτς – Μπίρκεναου, ηχεί στα αυτιά όσων βρέθηκαν στις εκδηλώσεις για την Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος. «Ποτέ πια» φώναξε με δύναμη ψυχής, στην πλατεία Ελευθερίας, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης και ξυπνώντας αναμνήσεις…

Της ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΡΥΠΙΔΟΥ

Ήταν ξημερώματα Δευτέρας, 15 Μαρτίου του 1943 όταν έφυγε από τη Θεσσαλονίκη το πρώτο τρένο που είχε προορισμό τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πρώτοι μεταφέρθηκαν οι κάτοικοι του συνοικισμού βαρόνου Χιρς – περίπου 2.500 Εβραίοι. Μ’ αυτή τη σιδηροδρομική αποστολή αναχωρούσαν για την Πολωνία ο Χάιντς Κούνιο, οι γονείς του και η μεγαλύτερη αδελφή του. Ο ίδιος ήταν τότε μόλις 16 χρονών.

«Δεν ξέραμε που πάμε. Ήταν άγνωστος ο προορισμός για εμάς. Για πρώτη φορά ακούσαμε το όνομα Άουσβιτς – Μπιρκενάου τη στιγμή που μπήκαμε στο βαγόνι για να φύγουμε. Μας στοίβαξαν σε κλειστά βαγόνια – φορτηγά με συρόμενες πόρτες στα πλαϊνά», εξιστορεί στην Κartitsa ο κ. Κούνιο, που βίωσε επί 22 μήνες τον εφιάλτη της ναζιστικής βιαιότητας.

«Όλα τα τρένα που μετέφεραν ανθρώπους για εξόντωση, έφταναν στο Άουσβιτς πάντοτε τη νύχτα και μέσα στην ομίχλη. Γιατί τη νύχτα; Για να μην βλέπουν. Γιατί στην ομίχλη; Γιατί ο τόπος ήταν βαλτώδης. Μόλις φτάσαμε αμέσως ακούσαμε άγρια χτυπήματα στην πόρτα του βαγονιού. “Κατεβείτε κάτω, κατεβείτε κάτω!” φώναζαν. Στην πρώτη αποστολή ήταν άνθρωποι που κατοικούσαν στη συνοικία βαρόνου Χιρς, στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό. Ήταν οι περιβόητοι χαμάληδες της Θεσσαλονίκης και το 90% των ανθρώπων ήταν πάμφτωχοι. Δεν ήξεραν καμία γλώσσα εκτός από τα σεφαραδίτικα –ισπανόφωνα– και τα ελληνικά», εξιστορεί ο κ. Κούνιο.

«Οι Γερμανοί φώναζαν, έβγαλαν τα γκλοπ και μας χτυπούσαν ανελέητα. Κατάλαβαν ξαφνικά ότι κάτι περίεργο συμβαίνει γιατί κανένας δεν κουνιόταν. Έτσι, κάποιος φώναξε: “Ποιος ξέρει γερμανικά; Να κάνει ένα βήμα μπροστά”. Η κακοτυχία μας να βρεθούμε στην πρώτη αποστολή μας έσωσε, γιατί όλοι στην οικογένεια ξέραμε γερμανικά. Ο πατέρας μου ήταν παντρεμένος με Τσεχοσλοβάκα από τη γερμανική πλευρά και τα γερμανικά ήταν η μητρική μας γλώσσα», θυμάται ο κ. Κούνιο.

«Κόλαση του Δάντη»

«“Εσείς θα γίνετε διερμηνείς. Σε κάθε αποστολή θα έρχεστε εδώ”, μας είπαν οι Γερμανοί. Κι έτσι, υποδεχτήκαμε στη ράμπα του τρένου όλες τις αποστολές των Εβραίων. Όποιος έμπαινε στο στρατόπεδο για να εργαστεί, του έδιναν ένα νούμερο. Οι υπόλοιποι ομαδικά, άνευ αριθμού, άνευ καταγραφής οδηγούνταν κατευθείαν στο κρεματόριο. Άνδρες, γυναίκες, γιαγιάδες, παππούδες, μικρά παιδιά και βρέφη… καμία εξαίρεση», λέει ο επιζών του Ολοκαυτώματος δείχνοντας το δικό του χέρι πάνω στο οποίο χαράχτηκε με ανεξίτηλο μπλε χρώμα ο αριθμός 109565.

«Είναι το δεύτερο νούμερο που χαράχτηκε στο Άουσβιτς. Το πρώτο το πήρε ο πατέρας μου. Και το μικρό τριγωνάκι από κάτω δηλώνει ότι είσαι Εβραίος. Σ’ εμάς το έκαναν μικρό γιατί αυτός που έβαζε τους αριθμούς έτυχε να είναι από την περιοχή που γεννήθηκε η μητέρα μου. Και μας είπε: “Θα σας κάνω έναν πολύ ωραίο αριθμό!”».

Σύμφωνα με τον κ. Κούνιο, ήταν πάρα πολύ δύσκολο να υποδεχτούν τους επιβαίνοντες στα επόμενα τρένα. «Τους έβλεπες να σε κοιτάζουν με τρομαγμένα μάτια κι ένιωθες να σε ρωτάνε: Πού είμαστε; Πού θα πάμε; Πού θα πάνε τα παιδιά μας; Γιατί μας χωρίζουν; Τι να τους απαντήσεις: ‘’Θα σε πάνε στο φούρνο;’’ Από πίσω μας ήταν τα εργοστάσια του θανάτου. Μεγάλα εργοστάσια, με μεγάλες καμινάδες από τις οποίες έβγαινε φωτιά και μαύρος καπνός. Ήταν σαν την κόλαση του Δάντη».

Ο κ. Κούνιο έμεινε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης 20 και πλέον μήνες. «Μας έβαλαν σ’ ένα μπλοκ του Άουσβιτς και μας έκαναν ραφτάδες. Ράβαμε τις στολές των SS. Μας κράτησαν για να υποδεχόμαστε όλες τις αποστολές, γιατί κατάλαβαν ότι ο εβραϊκός κόσμος στην Ελλάδα ήταν ισπανόφωνος. Προσπαθούσαμε να ενθαρρύνουμε τους ανθρώπους που ερχόταν με τα βαγόνια, όμως ήταν δύσκολο και το ξέραμε. Το 95% από αυτούς κατέληγε στα κρεματόρια και το υπόλοιπο 5% πήγαινε στο στρατόπεδο του Άουσβιτς για να εργαστεί».

Ελάχιστοι γύρισαν πίσω…

«Από τους 55.000 Εβραίους της Θεσσαλονίκης γυρίσαμε πίσω, με το τέλος του πολέμου μόλις 1.000 από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και άλλοι 1.100 από το βουνό. Ήταν άνθρωποι που βοηθήθηκαν από Έλληνες χριστιανούς και πήγαν στο βουνό για να γλιτώσουν. Όταν γυρίσαμε στη Θεσσαλονίκη αισθανόμασταν πολύ ξένοι. Τους είχαμε χάσει όλους. Φίλους, συγγενείς. Βρήκα τη Σέλλη, παντρευτήκαμε, κάναμε τέσσερα παιδιά και ξεκινήσαμε από το μηδέν. Γλιτώσαμε από τα κρεματόρια, θα φοβόμασταν να ζήσουμε από την αρχή;» αναρωτιέται.

Ο κ. Κούνιο φώναξε με τη δύναμη της ψυχής του «Ποτέ πια» στις εκδηλώσεις μνήμης για το Ολοκαύτωμα, επηρεασμένος και από τους βανδαλισμούς που σημειώνονται σε εβραϊκά μνημεία της Θεσσαλονίκης με πιο πρόσφατη την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. «Με πειράζουν οι βανδαλισμοί. Μ’ εξαγριώνουν. Είμαι λυπημένος και απογοητευμένος. Δεν αφήνουν σε ησυχία ούτε τους νεκρούς μας. Οι σκοτεινές δυνάμεις τους καθοδηγούν σε ανορθόδοξες πράξεις. Αλίμονο στην Ελλάδα με τη φοβερή ένδοξη ιστορία της».

Ο επιζών από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν ξεχνάει να αναφερθεί και στην ανέγερση του Μουσείου Ολοκαυτώματος στη δυτική πλευρά της πόλης και συγκεκριμένα στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε το πρώτο βαγόνι για το Άουσβιτς. «Το Μουσείο Ολοκαυτώματος θα βοηθήσει πολύ την πόλη να μάθει την Ιστορία της. Δυστυχώς έπρεπε να έχει γίνει νωρίτερα. Θα είναι ένα ίδρυμα που θα καθοδηγεί και θα διδάσκει την αλήθεια και όχι φαντασιοπληξίες», καταλήγει.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ