Γιατί έχει «πέσει» η αγορά της Θεσσαλονίκης

Γράφει η Ιρένε Βήττα-Βαβούσκου, Πρόεδρος Ένωσης Παιδοτόπων και συναφών Επαγγελμάτων Ν. Θεσσαλονίκης – Επιχειρηματίας

Πεσμένη φαίνεται να είναι η αγορά της Θεσσαλονίκης, με τους καταναλωτές να μην έχουν ούτε αγοραστική διάθεση ούτε σωστή ψυχολογία, καθώς φτάνουμε στο τέλος των ημερών του κορονοϊού. Λιανεμπόριο και εστίαση δεν δείχνουν τάσεις ανάκαμψης μετά από τους τόσους μήνες στασιμότητας.

Ζεστό χρήμα δεν κυκλοφορεί στην αγορά· επαγγελματίες αλλά και καταναλωτές είναι εξαντλημένοι.

Οι πρώτοι, δε, έχουν ξεκινήσει να «κλείνουν» τις σωρευμένες υποχρεώσεις του κορονοϊού, μετά από πολλούς μήνες κλειστών καταστημάτων αλλά και καταστημάτων που υπολειτουργούσαν.

Σε όλα τα παραπάνω, έρχονται να προστεθούν τόσο οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες όσο και ο ΦΠΑ, η μείωση του οποίου δεν φαίνεται, να είναι στις προθέσεις της Κυβέρνησης, ώστε να ελαφρυνθεί λιγάκι η αγορά, που έχει ήδη φορτωθεί πολλές μη αναμενόμενες οικονομικές υποχρεώσεις.

Οι επαγγελματίες, στην προσπάθειά τους να κρατήσουν ανοικτές τις επιχειρήσεις τους, δεν αναπροσαρμόζουν τις τιμές στη νέα πραγματικότητα της μετά – κορονοϊό εποχής και ως εκ τούτου τα περιθώρια κέρδους έχουν στενέψει ακόμα περισσότερο. Αγώνας δρόμου χωρίς να γνωρίζουμε το τέρμα, αποδεικνύονται οι τελευταίες μέρες, για να επανέλθουμε στην κανονικότητα.

Οι επαγγελματίες έχουν πλέον κουραστεί. Και τώρα είναι επιτακτική ανάγκη να έρθουν σε μία προ-κορονοϊού εποχή. Χωρίς να ζούνε με την τρομοκρατία των προστίμων αλλά και το άγχος της διαρκούς ενημέρωσης στις ανά εβδομάδα μεταβαλλόμενες συνθήκες, κάτω από τις οποίες επιβάλλεται να λειτουργήσουν τα μαγαζιά τους.

Καθώς μπαίνουμε πλέον στον χειμώνα, η αγορά προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες και τα καταστήματα της εστίασης δουλεύουν πλέον σε δύο ταχύτητες. Με την πρώτη ταχύτητα να είναι για τους εμβολιασμένους, όλα ελεύθερα. Και με την δεύτερη ταχύτητα για αυτούς που έχουν επιλέξει να μην εμβολιαστούν, για τους οποίους υπάρχουν τεράστιοι περιορισμοί όσον αφορά στις επισκέψεις τους σε εσωτερικούς χώρους. Αυτομάτως, λοιπόν, οι δεύτεροι αποκλείονται από όλες της δραστηριότητες της κοινωνικής ζωής που θα μπορούσαν να έχουν.

Η Θεσσαλονίκη, που συγκεντρώνει υψηλό ποσοστό ανεμβολίαστων, προσαρμόζεται και αναγκάζεται να δουλέψει μονάχα με το ποσοστό του κόσμου, που έχει εμβολιαστεί. Ποσοστό εξαιρετικά χαμηλό, που κρατάει την τοπική οικονομία ημιαδρανή.

Έχουμε μπει στην αρχή του τέλους. Όμως πολλές φορές, ακόμα και η αρχή αυτή είναι δύσκολη, καθώς κουβαλούμε στις πλάτες μας κόπωση δύο τελευταίων χρόνων. Μία νέα πραγματικότητα, στην οποία θα πρέπει να προσαρμοστούμε, έχει ξεκινήσει, με πολλές υποχωρήσεις αλλά και πολλούς συμβιβασμούς και περιορισμούς.

Ελπίζουμε, να επανέλθουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Οι επιχειρήσεις και η αγορά της Θεσσαλονίκης, όμως, δεν μπορεί να κρατηθεί μόνο με την ελπίδα. Χρειάζεται τα σωστά νούμερα και τον σωστό προγραμματισμό.